11:30
7/9

Μπαρτ Ρέινολντς: Η cool πλευρά της διασημότητας

Η ιστορία προτίμησε τον ΜακΚουίν αλλά είχε ανυπέρβλητο cool και ο σαν σήμερα γεννημένος Ρέινολντς, καλές ταινίες δεν είχε, αλλά λεπτομέρειες, για άλλα τον αγαπήσαμε, όσοι πιστοί προσέλθετε.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Όταν έφυγε ο Μπαρτ Ρέινολντς, όλοι λίγο στεναχωρηθήκαμε. Δεν είναι πως η συστηματική μας ταινιοθεραπευτική δίαιτα περιελάμβανε τη φιλμογραφία του, είναι πως με κάποιους καλλιτέχνες (οι παλιότεροι ξέρουν ήδη, οι νεότεροι θα το μάθουν) λιγότερο σε απασχολεί η καλλιτεχνία τους και περισσότερο το πώς η ζωή σου μεγαλώνοντας τους περιείχε, πώς ο θάνατός τους είναι ενθύμιο και του δικού σου μεγαλώματος.

Ο Ρέινολντς είναι λοιπόν εκείνη η ιδιαίτερη κατηγορία της λαμπερής υποκουλτούρας του αμερικάνικου σινεμά του ’70, μια ατόφια περίπτωση σταρ βεβαίως, με όλο το χάρισμα κι όλη την αυταρέσκεια, που, όπως κάθε τέτοιου τύπου σταρ, πρέπει να έχεις τη λόξα (με τη δουλειά ή το χόμπι σου) για να εκτιμήσεις τον ρόλο του. Σαν τον Ρέινολντς δεν έχει, παρότι η δεκαετία εκείνη διέθετε και Ίστγουντ και Μπρόνσον (ίσως το κοντύτερο στην περίπτωση Ρέινολντς) και Ντελόν/Μπελμοντό στα ευρωπαϊκά καθ’ ημάς και κάμποσους βέβαια άλλους που η φήμη έπαψε να ακολουθεί καθώς ο χρόνος πέρασε. Όμως τότε…Τότε ο Ρέινολντς βρισκότανε παντού, στις διαφημίσεις, στην τηλεόραση (υπάρχει ένα all smiles με τον Τζόνι Κάρσον που μέρος του παραθέτουμε στο τέλος του κειμένου), στην παγκόσμια διανομή, στα κουτσομπολίστικα έντυπα. Ακόμα και γυμνός στο Κοσμοπόλιταν.

Οι ταινίες, όπως κι ο ίδιος, καλύπτουν εκείνο το φάσμα του σκληροτράχηλα redneck αμερικάνικου ανθυποκινηματογράφου, ενός τρομερά εμπορικού σινεμά που, αν δεν περιείχε την γοητεία του Μπάρτ, θα έμενε αποφασιστικά στα σύνορα της χώρας, μην πω και ειδικότερα στις μεσοδυτικές πολιτείες – των οποίων οι γηραιότεροι κάτοικοι έριξαν μωβ κορδέλα στα φορτηγά, τα diner και τις καρδιές τους στις 6 του περασμένου Σεπτέμβρη.

Καλές ταινίες ο Μπαρτ είχε ελάχιστες, άριστη εκ των οποίων η εξής μία, το «Deliverance» φυσικά, του Τζον Μπούρμαν. Μετά από χρόνια τηλεόρασης κι ελάσσονες επιτυχίες στο σινεμά, αυτό ήταν και το breakthrough του ηθοποιού και η πορεία για την επόμενη δεκαετία (όσο περίπου έχουμε πει πως κατά βάση κρατά η σκούφια ενός φυσιολογικού σταρ) θα ήταν μετεωρική.

Στα πλαίσια του σινεμά που υπηρέτησε ο Ρέινολντς συνεργάστηκε με σκηνοθέτες-εργάτες, ωραίους επαγγελματίες άνευ υπογραφής και λεπτομερειών που δεν απασχολούν το σινεμά αυτό και δίπλα του είχε κυρίες μιας λαϊκής αντιστοιχίας (τύπου Σάλι Φιλντ, Κάντις Μπέργκεν, Ντάιαν Κάνον, Λορίν Χάτον, Φάρα Φώσετ) που δεν θα έλεγε κανείς τις αποθέωνε κιόλας, το machismo του, όπως του Ντελόν στην αντίστοιχη εποχή, δεν επέτρεπε να δίνουμε και πολύ αέρα στα κορίτσ(ι)α.

Οι εξαιρέσεις σκηνοθετών είναι αριθμημένες, ενδεικτικά ο Ρόμπερτ Όλντριτς (στο «Hustle» με εκτυφλωτική Ντενέβ δίπλα του και περίπου ανταρκτική χημεία μεταξύ τους), ο Άλαν Πάκουλα (στο «Starting Over», δίπλα στην Τζιλ Κλέιμπουργκ που προτάθηκε και για Όσκαρ εκεί), ο Μπλέικ Έντουαρντς (σε ριμέικ του «Άνδρα που Αγαπούσε τις Γυναίκες» του Τριφό, δίπλα σε Τζούλι Άντριους και «Ποτέ μην Ξαναπείς Ποτέ» εποχής Κιμ Μπάσιντζερ!), ο Στάνλεϊ Ντόνεν (στο «Lucky Lady» μαζί με Τζιν Χάκμαν και Λίζα Μινέλι), ο Σαμ Φούλερ – σε κείνο το διασκεδαστικό «Shark!» του ’69 - που φυσικά ο Φούλερ αποκήρυξε όταν εκτός των σφαγιασμών από τους παραγωγούς στο τελικό μοντάζ, έβλεπε τα τομάρια να διαφημίζουν τον θάνατο ενός κασκαντέρ από καρχαρία στην διάρκεια των γυρισμάτων.

Ο Ρέινολντς σκηνοθέτησε κιόλας αρκετές ταινίες, πώς να μην συγκινείσαι λοιπόν όταν παιδάκι θυμάσαι να βγαίνει η περίφημα ελληνικά τιτλοφορημένη «Βρώμικη Μηχανή του Επιθεωρητή Σάρκυ» που την έβλεπες στην αίθουσα κι ας ήταν Κ-13 – και δεν είναι και κακό έργο μάλιστα.

Εγώ θα κρατήσω ένα – το θυμάται άραγε κανείς; - «Navajo Joe» του Κορμπούτσι, ένα σπαγγέτι-γουέστερν εκδίκησης με τον Ρέινολντς να υποδύεται έναν Νάβαχο (είχε ινδιάνικο αίμα στις φλέβες του άλλωστε), ένα «Longest Yard», ξανά του Όλντριτς, που είναι κάτι σαν αυτά τα αθλητικά που έχει κάνει ο Κόστνερ σε εποχές που μπορούσε κι αυτός να κάνει ό,τι ήθελε, (άλλωστε ο Ρέινολντς ξεκίνησε από footballer), ένα «Cannonball Run» γιατί έχουμε κι αδυναμίες και ο Ρότζερ Μουρ είναι μία απ’ αυτές (τεράστια εμπορική επιτυχία αυτό), ένα «City Heat» μαζί με Ίστγουντ που έγραψε ο Μπλέικ Έντουαρντς αλλά σκηνοθέτησε ο Ρίτσαρντ Μπέντζαμιν οπότε είναι, στα χαρτιά μου, η χειρότερη ταινία του Ίστγουντ - αλλά άντε να πάψεις να το βλέπεις – ένα «Silent Movie» γιατί μόνο που θυμάσαι τη σκηνή γελάς.

Στην εποχή εξαργύρωσης της πρότερης φήμης ήρθε και το «Boogie Nights» να τον επαναδιατυπώσει σε ένα κοινό πρωτάρικο, μαλθακό και καλογυαλισμένο κι αυτός ανταπέδωσε glamorous βρωμιά που τα ‘90ς μόνο να αναπαραστήσουν λατρευτικά μπόρεσαν, μετά ομολογώ τον έχω δει ελάχιστα, ο Μπαρτ ήταν ένα παιδί του ’70, μακριά από auteur και εύφημες σινεφίλ συναρτήσεις, αυτή υπήρξε η περηφάνεια του, αυτό και το προκατειλημμένο μας γούστο που τον περασμένο Σεπτέμβρη μας μελαγχόλησε..