12:33
21/8

Πίτερ Γουίαρ: Αποσυνθέτοντας το στυλ

Προεξέχουσα μορφή της Aυστραλιανής κινηματογραφικής έκρηξης στα 70ς και ευτύχημα για το Χόλιγουντ το ότι τον έφερε στα μέρη του, ο υπέροχος κύριος Γουίαρ κλείνει σήμερα τα 75 του χρόνια. 

Από τον Τάσο Μελεμενίδη

Το 1979 ο Πίτερ Γουίαρ, έχοντας ήδη γίνει κομβική φιγούρα αυτού που αργότερα έγινε γνωστό ως Αυστραλιανό Νέο Κύμα, γύρισε ένα χαμηλού προϋπολογισμού θρίλερ για την τηλεόραση, το «Plumber». Σαν κίνηση έμοιαζε ανεξήγητη για έναν σκηνοθέτη που ανέβαινε κλίμακα (κάτι που φάνηκε δυο χρόνια αργότερα με το «Gallipoli»), όμως η απόφασή του ήταν το πρώτο δείγμα μιας πολύ συγκεκριμένης εσωτερικής λειτουργίας.

Ο Γουίαρ σχεδόν τρομοκρατήθηκε από την ιδέα ότι μπορεί να ταυτιστεί με ένα συγκεκριμένο είδος  ταινιών ή ότι θα μπει στην παγκόσμια κινηματογραφική αγορά συνοδευόμενος στο βιογραφικό του από ένα στυλ που τον καθορίζει. Ο μυστικισμός των δυο εκπληκτικών φιλμ που έκανε νωρίτερα, «Το Μυστικό του Βράχου των Κρεμασμένων» (το είδατε πρόσφατα στο 9ο Athens Open Air Film Festival) και το «Τελευταίο Κύμα», μπορεί να έφερνε στο γραφείο του αντίστοιχα σενάρια και να περιόριζε τις σκηνοθετικές του ικανότητες. Το «Plumber» προέκυψε ως αντίδραση προς όλους και ως μια δήλωση πως βρέθηκε στο σινεμά με σκοπό να βοηθήσει ωραίες ιστορίες να μετατραπούν σε ακόμη καλύτερα φιλμ. Η αναζήτηση για την τέλεια κινηματογραφική αφήγηση, που είχε ξεκινήσει την προηγούμενη δεκαετία, μόλις έπαιρνε μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα και απρόσμενη μορφή. 


«Προσπάθησα, ως ένα σημείο, να αποσυνθέσω το στυλ μου, να παλέψω ενάντια στην υπογραφή μου. Βλέποντας πολλές ταινίες από μεγάλους Ευρωπαίους σκηνοθέτες, παρατήρησα πως το στυλ τους άρχισε να μικραίνει τους ορίζοντές τους και σταδιακά οι ταινίες τους με απωθούσαν καθώς τα ίδια τα θέματά τους γινόταν όλο και λιγότερο σημαντικά. Γι' αυτό αποφάσισα να κυνηγώ πάντα το  απρόοπτο και να ψάχνω για καλές ιστορίες.»

Αυτό που δήλωνε ο ίδιος χρόνια αργότερα, ήταν ο οδηγός για το πως θα εξελισσόταν η καριέρα του. Την ίδια περίοδο πέρασε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα βλέποντας σχεδόν αποκλειστικά βωβά αμερικανικά φιλμ. Ως τότε έχει διαφανεί πως ο διάλογος ήταν το τελευταίο αφηγηματικό εργαλείο που προτιμούσε να χρησιμοποιεί για να περιγράψει μια κατάσταση, όμως η μελέτη αυτή διαμόρφωσε οριστικά την προσήλωσή του σε μια τέχνη πρωτίστως οπτική, με την κάμερα να έχει τον πρώτο λόγο και τη μουσική να συμπληρώνει όσα δε μπορούν να ειπωθούν.

Μετά το «Plumber» βρέθηκε πλάι στον Μελ Γκίμπσον και είχε το θάρρος να κάνει ένα πραγματικά αντιπολεμικό φιλμ με θέμα την, ιστορική για τη χώρα του, μάχη της Καλλίπολης («Gallipoli», 1981), ενώ το 1983 συνέχισε τη ψύχραιμη ματιά του στις πολλαπλές οπτικές γωνίες ιστορικών διαμαχών - και πως αυτές γίνονται προϊόν εκμετάλλευσης από τη Δύση - με τα «Επικίνδυνα Χρόνια» που χάρισαν το Όσκαρ στη Λίντα Χαντ για το ρίσκο της να υποδυθεί έναν νάνο φωτογράφο. Η πορεία του στις ΗΠΑ έφερε 7 ταινίες σε ένα διάστημα περίπου 20 χρόνων, που άφησαν μια κληρονομιά αντίστοιχη με τους στόχους του σκηνοθέτη. Όλες οι ταινίες είναι γνωστές ως σήμερα, σπανίως όμως αναφέρονται ως κομμάτι μιας ενιαίας φιλμογραφίας. Η ξεχωριστή σημασία κάθε δουλειάς σχεδόν κατάργησε τον όρο «ένα φιλμ του Πίτερ Γουίαρ» με τον ίδιο να καταφέρνει πάντα να έχει το ρόλο του χαμαιλέοντα πίσω από την κάμερα και να προσαρμόζεται με το εκάστοτε θέμα του, κάτι που πάντα θεωρούσε πολύ σημαντικότερο από την υπογραφή του.


Η επτάδα ξεκινά το 1985 με τον «Μάρτυρα Εγκλήματος» και τον Χάρισον Φορντ να κρύβεται από τους διεφθαρμένους συναδέλφους του σε μια αποκομμένη κοινότητα Άμις. Όταν βρέθηκε με τους υπεύθυνους της Paramount για το τελικό ραντεβού πριν τα γυρίσματα, τους ζήτησε 10 λεπτά για να τους περιγράψει την ιστορία (αυτή που του είχαν προτείνει οι ίδιοι!), απαντώντας στην έκπληξή τους πως τα σενάρια είναι απλά λέξεις κι αν ήθελαν πραγματικά να έχουν μια πρώτη εικόνα της ταινίας που θα γίνει, θα έπρεπε να τον ακούσουν.  

Η συνέχεια έφερε μια νέα συνεργασία με τον Φορντ στην «Ακτή του Κουνουπιού», όμως το φιλμ που ουσιαστικά τον εκτόξευσε ήταν ο «Κύκλος των Χαμένων Ποιητών» το 1989, ιδανικότατο για να σκηνοθετηθεί από αυτόν αφού η ίδια η ιστορία και η επιβλητική παρουσία του Ρόμπιν Γουίλιαμς ήθελαν απλά μια ήρεμη δύναμη που θα φρόντιζε τις ισορροπίες. Έτσι και έγινε και ο Γουίαρ παρέμεινε αλώβητος από την επιτυχία της ταινίας, συνεχίζοντας την διαρκή αναζήτηση του διαφορετικού. Έναν χρόνο μετά, έγραψε και γύρισε την «Πράσινη Κάρτα», τον εύκολο στόχο της καριέρας του,  την οποία υπερασπίστηκε πολλές φορές, με τον ίδιο να θυμάται τις δυσκολίες που αντιμετώπισε για να ζήσει και να δουλέψει στις ΗΠΑ. Ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ και η Άντι ΜακΝτάουελ πρωταγωνίστησαν σε μια από τις γλυκύτερες ρομαντικές κωμωδίες της εποχής, σε μια από τις ελάχιστες ταινίες όπου τα φυτά και η ευεργετικός τους ρόλος σε έναν χώρο γεμάτο τσιμέντο, έχουν τόση σημασία στην αφήγηση.

Το «Fearless» (1993) έδωσε την ευκαιρία στον Τζεφ Μπρίτζες για μια εντυπωσιακή ερμηνεία και αντιμετώπιζε το θέμα της πίστης με έναν ξεκάθαρο αλλά και ανοιχτόμυαλο τρόπο. Έβαλε κοντά 2 χαρακτήρες που εξέφραζαν αντιστοίχως πολύ διαφορετικές κοσμοθεωρίες, με τον Μπρίτζες να έχει επιβιώσει από ένα αεροπορικό δυστύχημα και να νοιώθει πια αλώβητος, χάρη στην έλλειψη του φόβου για τον θάνατο και ό,τι ακολουθεί αυτού και τη Ρόζι Περέζ να βρίσκει στη θρησκεία τη λύτρωση που είχε ανάγκη μετά από μια απώλεια. Το 1998 έδωσε τον πρώτο σημαντικό δραματικό ρόλο στον Τζιμ Κάρεϊ και προσάρμοσε υπέροχα το καταγγελτικό σενάριο του Άντριου Νίκολ, φτιάχνοντας το ήπια ειρωνικό και πολύ πιο διαχρονικό «Truman Show», μια κρυμμένη σχέση πατέρα-γιου πίσω από τον κόσμο της ψυχαγωγίας που άλλαζε δραματικά. Ο 21ος αιώνας τον έφερε στη θάλασσα, καθώς συνεργάστηκε για πρώτη φορά με τον Ράσελ Κρόου σε μια ταινία-υπόδειγμα παρατήρησης της φύσης και των δυσκολιών που έχει η ηγεσία, στο «Master & Commander», την τελευταία του συνεργασία με αμερικανικό στουντίο,  αλλά και το αφιλόξενο πεδίο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όπου μια αταίριαστη ομάδα προσπαθεί να επιβιώσει στο «The Way Back», στην τελευταία του ως σήμερα ταινία, γυρισμένη με ανεξάρτητη χρηματοδότηση. 

Μένοντας σταθερός ως το τέλος στην ανάγκη του να παραμένει αόρατος για χάρη των ταινιών του, ο Γουίαρ παραμένει ως σήμερα ένα αίνιγμα για όσους θέλουν να επιχειρήσουν να συνδέσουν τις ταινίες του και δουν τη φιλμογραφία του κάτω από ένα ενιαίο πρίσμα. Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να ενοποιηθεί, αυτό πρέπει να βρεθεί πριν από την ενασχόλησή του με την κάθε ιστορία και αφορά τον λόγο της επιλογής της. Ο Γουίαρ, ξεκάθαρος στις απόψεις του αλλά και ανοιχτός σε οποιαδήποτε πνευματική επαφή με κάτι μεγαλύτερο και διαφορετικό, δείχνει να εμπνέεται από χαρακτήρες που αναζήτησαν διέξοδο και φυγή προς έναν καλύτερο κόσμο. Ο κόσμος που χάθηκε και για τον οποίο θρηνούμε σε όλη σχεδόν της διάρκεια του «Του Μυστικού του Βράχου των Κρεμασμένων», είναι αυτός που αναζητά η περιέργεια του Ρίτσαρντ Τσάμπερλεϊν στο «Τελευταίο Κύμα», το μακρινό ταξίδι του Γκίμπσον στο «Gallipoli», η φυλακισμένη στην κοινωνία των Άμις Κέλι ΜακΓκίλις στον «Μάρτυρα Εγκλήματος», ο ιδεαλιστής Ρόμπιν Γουίλιαμς στον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών» και φυσικά ο ονειροπόλος Τζιμ Κάρεϊ που ως Τρούμαν ανοίγει επιτέλους την πόρτα, στην πιο λυτρωτική σκηνή για όλους τους προαναφερθέντες ήρωες. 

Ο Γουίαρ βρήκε στο σινεμά τον χώρο που θα ικανοποιούσε την ανάγκη του να αφηγηθεί ιστορίες, αλλά και το παράθυρο που τον έβγαζε από την πραγματικότητα. Η απόφασή του να αντισταθεί στην υπογραφή του και τον auteurισμό που έχτισε δεκάδες καριέρες όταν αυτός ξεκινούσε, ήταν μια μικρή υποχώρηση προς έναν μεγάλο σκοπό. Την αναζήτηση ενός καλύτερου κόσμου, αυτου που μπορούσε να αναδείξει ένα μέσο πολύ μεγαλύτερο και σπουδαιότερο από τον εγωισμό ενός ανθρώπου.

Ανενεργός πλέον σήμερα, βλέπει την επιλογή του να τον δικαιώνει, με τις ταινίες του να συζητιούνται ως σήμερα και να μη δείχνουν ούτε στο ελάχιστο γερασμένες.