13:54
7/10

Πατρίσιο Γκουσμάν: «Η Χιλή είναι πάντα μέσα στο μυαλό μου»

Ζωντανός θρύλος του πολιτικού και ποιητικού σινεμά τεκμηρίωσης που αφιέρωσε την τελευταία δεκαετία επανεξετάζοντας μέσα από το ατάραχο φίλτρο της άχρονης Φύσης το τραύμα που άφησε στη Χιλή η δικτατορία του Πινοσέτ, ο Πατρίσιο Γκουσμάν κλείνει με την «Οροσειρά των Ονείρων» την ανεπανάληπτη κινηματογραφική τριλογία που εγκαινίασε το «Νοσταλγώντας το Φως» και συνέχισε επάξια το «Μαργαριταρένιο Κουμπί».

Συνέντευξη στον Νεκτάριο Σάκκα

Μόνιμα εγκατεστημένος στο Παρίσι, εξόριστος εδώ και 46 χρόνια από την πατρίδα του και ταυτόχρονα αμετάκλητα δοσμένος σε αυτή, ο σπουδαίος ντοκιμαντερίστας μιλά για το παρελθόν από το οποίο αδυνατεί να απεμπλακεί και όλες εκείνες τις εσωτερικές του αντιφάσεις που τροφοδοτούν μια φιλμογραφία ορόσημο για την οικουμενική αναγκαιότητα διαφύλαξης της ιστορικής μνήμης.

Η «Οροσειρά των Ονείρων» (La Cordillera de los Sueños) σηματοδοτεί τον επίλογο μιας σπάνιας σε σύλληψη τριλογίας η οποία φέρει την υπογραφή ενός από τους σπουδαιότερους ντοκιμαντερίστες όλων των εποχών. Ένα κινηματογραφικό τρίπτυχο που κατάφερε να συνδέσει μοναδικά τις φυσικές επιστήμες με το γεμάτο αντιθέσεις τοπίο της Χιλής και την οικουμενική ανάγκη διατήρησης της ιστορικής μνήμης με την ανοιχτή πληγή που άφησε στους Χιλιανούς η δικτατορία του Πινοσέτ.

Έπειτα από το αριστουργηματικό «Νοσταλγώντας το Φως» (2010) και το βραβευμένο με Αργυρή Άρκτο «Μαργαριταρένιο Κουμπί» (2015), ο Πατρίσιο Γκουσμάν αφήνει πίσω την αχανή έρημο Ατακάμα και τα ανοιχτά των ακτών της χώρας του, προσανατολίζοντας εδώ τη sui generis ματιά του στην Κορδιλιέρα, την χαρακτηριστική οροσειρά των Άνδεων που διατρέχει την χιλιανή επικράτεια. Με σημείο αναφοράς ακόμα ένα μορφολογικό γνώρισμα μιας πατρίδας που ελάχιστα πλέον αναγνωρίζει 46 χρόνια μετά την εξορία του από το καθεστώς Πινοσέτ και παραμένοντας ολοκληρωτικά δοσμένος στο ιδανικό της Αλήθειας, ο κορυφαίος εκπρόσωπος του ποιητικού και του πολιτικού σινεμά τεκμηρίωσης συνεχίζει την προσωπική του εξερεύνηση στο λεπτό αυτό σύνορο όπου συναντιούνται ο συμπαντικά αμελητέος ανθρώπινος παράγοντας με την άχρονη Φύση.

Στην συνάντησή μας με τον Γκουσμάν τον περασμένο Μάιο στο πλαίσιο του 72ου Φεστιβάλ Καννών έδωσε διακριτικά το παρών και η Ρενάτε Ζάκσε, σύζυγος του Χιλιανού σκηνοθέτη και σταθερή παραγωγός κατά την τελευταία δεκαετία. Μόλις την προηγούμενη ημέρα τον είχε συνοδεύσει στην πρεμιέρα της «Οροσειράς», ενώ μερικές μέρες μετά οι δυο τους είδαν την ταινία να μοιράζεται με το «For Sama» το L’oeil d'Or (Golden Eye), το βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ της διοργάνωσης. Μπορεί να είχε μόλις ολοκληρωθεί μια τριλογία-σταθμός για την τραυματική Ιστορία της Χιλής ειδικά και το σινεμά τεκμηρίωσης γενικότερα, ωστόσο η συζήτηση με τον βετεράνο ντοκιμαντερίστα έδειξε πως εκείνος παραμένει, καρδιά και μυαλό, δοσμένος και συνάμα δέσμιος των βιωμάτων του.

Για μένα, η εθνικότητα είναι ένα ανοιχτό βιβλίο: κάτι που μπορείς να διαμορφώσεις, να το επινοήσεις αν το θέλεις

Ζείτε μόνιμα στο Παρίσι, όπου τους τελευταίους μήνες έχει βρεθεί στο επίκεντρο με τα «κίτρινα γιλέκα» και τις σκηνές αστυνομικής βίας να κάνουν το γύρο του κόσμου. Ποιες είναι οι σκέψεις σας ως προς τα γεγονότα αυτά, δεδομένης της καταγωγής σας και των γεγονότων που σας οδήγησαν μακριά από τη Χιλή;

Δεν έχω την αίσθηση πως ζω σε μια βίαιη χώρα, τουλάχιστον αναφορικά με το πώς είναι η κατάσταση στη Γαλλία τη δεδομένη στιγμή. Η όποια βία εδώ κρατάει τους τελευταίους πέντε με έξι μήνες, όχι χρόνια. Αναμφίβολα είναι μια κατάσταση δύσκολη και σημαντική και η τωρινή κυβέρνηση δεν έχει ιδέα τι να κάνει, πώς να τη χειριστεί. Όμως στη Χιλή ήξεραν πολύ καλά τι να κάνουν: απόλυτη καταστολή και μάλιστα πολύ αποτελεσματική. Στη Γαλλία αντίθετα δεν υπάρχει τέτοιο ιστορικό καταστολής, γεγονός που κάνει την όλη συνθήκη εδώ πολύ πιο περίπλοκη σε σύγκριση με τη Χιλή. Ακόμα και τώρα που μιλάμε, η Χιλή είναι μια χώρα πολύ οργανωμένη, που τελεί υπό απόλυτο έλεγχο, ενώ στη Γαλλία τα πράγματα είναι ακόμα ρευστά, στην πολύ αρχή τους.

Τι σας κινητοποιεί να γυρίζετε ακόμα ταινίες για τη Χιλή, παρόλα τα χρόνια που βρίσκεστε πλέον μακριά της;

Είναι κάτι που με παθιάζει. Δεν είμαι ένας ελεύθερος κινηματογραφιστής, δεν αισθάνομαι τέτοιος και έχω ένα παρελθόν από το οποίο αδυνατώ να απεμπλακώ. Παραμένω πάντα στον ίδιο δρόμο και αυτό με κάνει να μην είμαι ανοιχτός σε άλλα προβλήματα που υπάρχουν εκεί έξω. Στη Γαλλία για παράδειγμα μπορείς να διαλέξεις μεταξύ πολλών διαφορετικών προβλημάτων που παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, άλλωστε βρίσκεται στην καρδιά της Ευρώπης. Αλλά εμένα δε με ελκύει κανένα, δε θέλω να κάνω ταινίες για κάποιο από αυτά. Δεν ξέρω γιατί, όμως η Χιλή είναι πάντα μέσα στο μυαλό μου, συνέχεια.

Έχετε σκοπό να γυρίσετε ποτέ εκεί;

Δε θέλω να επιστρέψω στη Χιλή. Δεν ξέρω το γιατί, το μόνο που ξέρω είναι ότι θα ένιωθα άβολα εκεί.

Ακούγεται αντιφατικό, δεδομένου του πόσο στενά συνδεδεμένος είστε μαζί της, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το έργο σας.

Πραγματικά δε μπορώ να το εξηγήσω, γιατί πιστεύω πως κανείς δεν ξέρει ποιοι είμαστε επί της ουσίας. Επομένως, είμαστε εδώ που είμαστε αλλά θα μπορούσαμε για παράδειγμα να φύγουμε αυτή τη στιγμή και να πάμε να ζήσουμε στο Βέλγιο ή σε κάποια άλλη χώρα. Είναι θέμα συνθηκών περισσότερο.

Ρενάτα Ζάκσε: Κάτι επίσης σημαντικό για το οποίο ο Πατρίσιο μιλά στην «Οροσειρά των Ονείρων» είναι ότι η χώρα που ονειρεύεται δεν είναι αυτή που υπάρχει στα αλήθεια, αλλά εκείνη στην οποία ζει μέσα στο μυαλό του.

Μήπως είναι αυτός τελικά ο λόγος που δεν επιθυμείτε την επιστροφή σας; Για να μην έρθει σε αντιπαράθεση η Χιλή που έχετε στο μυαλό σας με την πραγματική;

Πιθανό να έχετε δίκιο. Οι συγγραφείς, οι σκηνοθέτες, δημιουργούν ολόκληρους πλανήτες γύρω τους, κόσμους που δεν έχουν αναγκαστικά να κάνουν με συγκεκριμένες χώρες ή τόπους. Είναι πλανήτες που φτιάχνουν για τους ίδιους. Έχω ζήσει σε επτά χώρες προτού βρεθώ εδώ, στη Γαλλία. Αλλά τελικά με αυτό έχει να κάνει η εξορία: με το να χάνεις χώρες κερδίζοντας άλλες, το να είσαι διαρκώς σε κίνηση. Και τη συνηθίζεις αυτή την μετακίνηση, μόνο που στο τέλος αυτής, το μόνο που σου μένει είναι εκείνη η ανάμνηση της πρώτης χώρας. Για μένα, αυτή είναι η Χιλή.

Δεν είμαι ένας ελεύθερος κινηματογραφιστής, δεν αισθάνομαι τέτοιος και έχω ένα παρελθόν από το οποίο αδυνατώ να απεμπλακώ

Το ζήτημα της εξορίας διατρέχει ολόκληρη την τριλογία, ιδιαίτερα όμως την «Οροσειρά», αφού συνεχώς μιλάτε σε αυτή για τη χώρα της παιδικής σας ηλικίας.

Για μένα, η εθνικότητα είναι επί της ουσίας ένα ανοιχτό βιβλίο: είναι κάτι που μπορείς να διαμορφώσεις, να το επινοήσεις αν το θέλεις. Υπό αυτή την έννοια βασικά, η Ευρώπη είναι μία χώρα, το ίδιο και η Βόρεια Αμερική ή η Λατινική ή η Ασία.

Είναι πολύ ενδιαφέρον πάντως το πώς οι τελευταίες ταινίες σας αντιπαραβάλλουν την ομορφιά της φύσης με ένα πολιτικό σύστημα άγριας καταπίεσης.

Η Χιλή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα χώρα, ιδιαίτερα όμορφη και γεμάτη αντιθέσεις. Είναι πραγματικά απίθανο να τη γυρίσει κανείς. Ο νότος της απλά σου κόβει την ανάσα, με τα βουνά, τους γκρεμούς, ένα φυσικό τοπίο γεμάτο αντιθέσεις που αξίζει να εξερευνήσεις, ενώ στον βορρά υπάρχει π.χ. η έρημος, όπου μπορείς να απολαύσεις τον ανοιχτό ουρανό και να δεις τον γαλαξία καθαρά.

Έχετε ήδη εξερευνήσει πολλές πτυχές της μορφολογίας της χώρας σας, τη θάλασσα, τον ουρανό, τα βουνά της. Τι άλλο μένει;

[σ.σ. γέλια] Μένουν πολλά ακόμα, όπως για παράδειγμα μια ακτογραμμή που έχει μήκος 4000 μίλια και εμφανίζει αξιοθαύμαστη ποικιλομορφία με τα βράχια και τους κόλπους της και όλα. Δεν τελειώνει λοιπόν εκεί η γεωγραφία της Χιλής.

Πώς και επιλέξατε όμως να μιλήσετε για κάτι τόσο σκληρό όπως η δικτατορία του Πινοσέτ, μέσα από κάτι τόσο όμορφο όπως το χιλιανό φυσικό τοπίο;

Το θέμα είναι πως οι δικτατορίες, οι βασανισμοί, οι δολοφονίες, οι εξορίες δεν είναι απλώς πρόβλημα της Χιλής, αλλά ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής. Χαρακτηρίζει ολόκληρη την ήπειρο, όπως επίσης συμβαίνει και με τη Μέση Ανατολή. Ζούμε σε πολύ σκληρούς καιρούς. Όμως από την άλλη πάντα απολάμβανα τα τοπία που η Χιλή έχει να προσφέρει και είναι πραγματικά όμορφο το τι μπορεί να δει κανείς εκεί. Για μένα αυτό το τελευταίο αποτελεί βασικό στοιχείο δημιουργικότητάς μου. Αλλά στο ερώτημα που μου θέτετε, δεν έχω ιδέα το πώς και το γιατί.

Στην «Οροσειρά» τονίζετε την ανάγκη αναδόμησης της Χιλής. Παράλληλα, όλες οι ταινίες σας υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα διατήρησης της ιστορικής μνήμης. Τελικά, αυτή η αναδόμηση περνά κυρίως μέσα από την διατήρηση αυτής της μνήμης;

Νομίζω πως ναι, μέσα από τη διαφύλαξη της μνήμης μπορούμε να αναδομήσουμε μια χώρα. Άλλωστε η Χιλή βασίζεται στη μνήμη και η όποια εξέλιξή της - αν θα γίνει σπουδαία χώρα ή όχι - θα εξαρτηθεί από αυτό και μόνο. Όμως μιλάμε για μια χώρα που δεν έχει συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έχει περάσει, τι της έχει συμβεί, επομένως δεν ξέρω πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα.

INFO
Η «Οροσειρά των Ονείρων» προβλήθηκε σε πανελλήνια πρώτη προβολη στο 25ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας και κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 10 Οκτωβρίου από την AMA Films.