13:57
20/11

Ο Κάρπεντερ, ο Μπέκετ, ο ιπτάμενος Ολλανδός και οι άλλοι

(ή, τι έκανε ο φοιτητής κινηματογράφου Τζον πριν γίνει κύριος Κάρπεντερ)

Ο Κάρπεντερ, ο Μπέκετ, ο ιπτάμενος Ολλανδός και οι άλλοι

(ή, τι έκανε ο φοιτητής κινηματογράφου Τζον πριν γίνει κύριος Κάρπεντερ)

Από τον Κωνσταντίνο Σαμαρά

Την εποχή που ο Τζον Κάρπεντερ πάσχιζε να προμοτάρει με κάθε τρόπο το πρώτο του μεγάλου μήκους πόνημα με τίτλο «Dark Star», είχε εκτοξεύσει μεταξύ άλλων τον προβοκατόρικο ορισμό «Είναι κάτι σαν Περιμένοντας τον Γκοντό στο διάστημα». Κατά πάσα πιθανότητα ούτε ο ίδιος δε συνειδητοποιούσε εκείνη τη στιγμή σε πόσα επίπεδα θα μπορούσε να επαληθευτεί η ατάκα του: από τη σύλληψή του μέχρι την οδύσσεια της ολοκλήρωσής του και φυσικά την ασεβή φρεσκάδα της ματιάς που πρότεινε, το πρωτόλειο «Dark Star» υπήρξε από κάθε άποψη ένα μικρό θέατρο παραλόγου, δημιουργικού θράσους και πάνω απ όλα απανωτών αναμονών. Για να πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή, ας τηλεμεταφερθούμε καμιά σαρανταριά χρόνια πίσω.

Τη σωτήρια διετία 1968-69, η ανθρωπότητα δεχόταν δύο αλλεπάλληλα σοκ που υπόσχονταν να αλλάξουν μια για πάντα τη σχέση της με τη sci-fi μυθολογία, το άβατο του «εκεί έξω» και κατ επέκταση με τον ίδιο της τον εαυτό: α) Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ παρέδιδε το «2001: η Οδύσσεια του Διαστήματος» και πρόσταζε να κλείσει οριστικά και αμετάκλητα το κεφάλαιο «επιστημονική φαντασία». β) Ο Νιλ Αρμστρονγκ έκανε στην επιφάνεια της Σελήνης το περίφημο μικρό βήμα για εκείνον, αλλά μεγάλο για ολόκληρη την ανθρωπότητα..

Πριν καλά καλά ο δυτικός κόσμος κρεμάσει στους τοίχους του τα ημερολόγια της επόμενης χρονιάς, ένας αρχάριος αλλά αυθάδης κινηματογραφιστής θα αποφάσιζε να βγάλει τη γλώσσα στα παραπάνω πομπώδη: όχι, ούτε η τελευταία λέξη στη sci-fi μυθολογία έχει ειπωθεί ούτε ο διαστημικός άνθρωπος του μέλλοντος από την ίδια του τη φύση θα μπορέσει να απαγκιστρωθεί. Το πλήρες όνομα του νεαρού είναι Τζον Κάρπεντερ και η προϋπηρεσία του είναι πενιχρή αλλά ελπιδοφόρα. Σε κάθε περίπτωση, το οσκαρικό μικρού μήκους «Τhe Resurrection of Broncho Βilly» θα αποδειχτεί αρκετό για να δώσει φτερά στις φιλοδοξίες του Κάρπεντερ και του φίλου και συμφοιτητή του, Νταν Ο Μπάνον, και να τους πείσει να επενδύσουν σε ένα μεσαίου μήκους πρότζεκτ επιστημονικής φαντασίας που επρόκειτο να έχει τον τίτλο «Τhe Electric Dutchman» και αργότερα «Ρlanetfall». Κάρπεντερ και Ο Μπάνον ρίχνουν στην υπόθεση με οριστικό κωδικό «Dark Star» το ποσό των έξι χιλιάδων δολαρίων. Οι πηγές του υπόλοιπου προϋπολογισμού; Απλώς ανύπαρκτες. Αναγκασμένοι να εργαστούν υπό καθεστώς απόλυτης μιζέριας, οι δύο συμφοιτητές κατασκευάζουν το ντεκόρ τους με υλικά αγορασμένα από το σούπερ μάρκετ, συνειδητοποιούν ότι η εικόνα της παραγωγής τους θα μοιάζει με εκούσιο φόρο τιμής στα 50s φιλμ επιστημονικής φαντασίας των στούντιο RKO και μένουν με δεμένα τα χέρια απέναντι στις συνεχόμενες διακοπές των γυρισμάτων. Σαν κερασάκι στην τούρτα, η μετά κόπων και βασάνων ολοκληρωμένη βερσιόν των πενήντα λεπτών τους απογοητεύει σε επίπεδο ποιότητας και εμπορικής δυναμικής.

Σε εκείνο το οριακό σημείο θα εμφανιστούν ως σανίδες σωτηρίας αρχικά ο Καναδός παραγωγός Τζακ Μέρφι, που χρηματοδοτεί τα επιπλέον γυρίσματα για τη μετατροπή της ταινίας σε μεγάλου μήκους, και στη συνέχεια η sui generis περίπτωση ονόματι Τζακ Χάρις, πανούργος διανομέας που αναλάμβανε το «ρεκτιφιέ» διάφορων φοιτητικών ταινιών και στη συνέχεια τις πλάσαρε στο εναλλακτικό κύκλωμα. Αλαζονικός και στενόμυαλος, ο Χάρις επιμένει να αφήσει τη σφραγίδα του στο «Dark Star», προβάλλει παράλογες απαιτήσεις και κάνει τον βίο αβίωτο στους δύο δημιουργούς.

Ενώ η ολοκλήρωση της ταινίας αναβάλλεται σε σημείο απελπισίας, ο Κάρπεντερ αναγκάζεται να εργαστεί ως μοντέρ σε δουλειές επιεικώς τραγελαφικές (ξεχωρίζει η παρωδία του «Τελευταίου Ταγκό Στο Παρίσι» με τίτλο «Last Boxtrot In Βurbank») και ο Ο Μπάνον αποφασίζει να αποτυπώσει το μίσος του για τον Χάρις σε ένα φευγαλέο πλάνο της ταινίας, όπου σε μια οθόνη αναγράφεται το σύνθημα που όλους μας ενώνει: «Fuck Ηarris!».

Μετά από τέσσερα ολόκληρα χρόνια, το περιπλανώμενο στο πουθενά (όπως και το διαστημόπλοιο του «Dark Star») συνεργείο της ταινίας βλέπει στεριά. Μετά από μια τόσο στενή και ψυχοφθόρα συμβιωτική σχέση, λοιπόν, είναι η ώρα για τη σύγκρουση των δύο καπετάνιων για την πρωτοκαθεδρία, των βασικών πρωταγωνιστών του έργου για τη μαρκίζα. Ο Ο Μπάνον ζητά (δικαίως;) να εμφανιστεί ως συν-σκηνοθέτης του «Dark Star», αλλά ο Κάρπεντερ του γυρίζει επιδεκτικά την πλάτη και αρκετά χρόνια μετά ξεκαθαρίζει: «Το τελευταίο πράγμα που θέλει ένας σκηνοθέτης δίπλα του είναι ένας άλλος τύπος που θέλει να γίνει σκηνοθέτης. Μετά την έξοδο της ταινίας στις αίθουσες, διέδιδε παντού ότι την είχε σκηνοθετήσει κρυφά -και όχι, δεν έκανε κάτι τέτοιο».

Ανάμεσα στις 16 Ιανουαρίου 1975, ημέρα εξόδου του φιλμ, και τη στιγμή που ο Κάρπεντερ αναγκάζεται να συνειδητοποιήσει το μέγεθος του εμπορικού βατερλό της ταινίας, δε θα κυλήσει και πολύ νερό στο αυλάκι.

Θύμα μιας κάκιστης προώθησης και της ρετσινιάς του φοιτητικού φιλμ, το «Dark Star» θα περιμένει αρκετά χρόνια μέχρι να εκτιμηθεί αναδρομικά γι αυτό που ήταν εξαρχής: ένα θεοπάλαβο κόμικ του παραλόγου που αρνούταν κάθε φουτουριστική σοβαροφάνεια, αλλά και ένας σαφής προπομπός για τη γέννηση ενός μεγάλου δημιουργού, που εκμεταλλευόταν τα πενιχρά του μέσα σε μια σύνθεση αξιοζήλευτης γεωμετρίας. Με το «Dark Star», ο Κάρπεντερ εξορίζει τους πρώτους ολοκληρωμένους ήρωές του στο υπερπέραν και προσδιορίζει από πολύ νωρίς τη γεωγραφία του έργου του: είναι η ίδια που συναντάμε στα ερείπια της Νέας Υόρκης, στις εγκαταλειμμένες εκκλησίες και τα περικυκλωμένα από ομίχλη χωριά της φιλμογραφίας του. Μια ολοκαίνουργια κινηματογραφική γκρίζα ζώνη ή, όπως θα έλεγε και ο ίδιος, «το σύνορο του Καλού και του Κακού».

The music of terror
Αν το σκηνοθετικό έργο του Κάρπεντερ είναι πλέον πασίγνωστο ακόμη και στο mainstream κοινό, άγνωστη παραμένει σε μεγάλο βαθμό η ενασχόλησή του με τη μουσική. Η παράλληλη αυτή δραστηριότητα δεν αφορούσε αρχικά μονάχα τα σάουντρακ των ταινιών του, αφού κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Λος Αντζελες, στα μέσα της δεκαετίας του 70, ο Κάρπεντερ σύστησε μαζί με τους συμφοιτητές του και μετέπειτα σκηνοθέτες, Τόμι Λι Γουάλας και Νικ Καστλ, το ροκ συγκρότημα The Coupe de Villes χωρίς να συναντήσει μεγάλη επιτυχία.

Οι ταινίες όμως υπήρξαν διαφορετική υπόθεση. Από τις 17 συνολικά μεγάλου μήκους που έχει σκηνοθετήσει ο Τζον Κάρπεντερ μόνο τρεις δεν περιέχουν δική του μουσική . Κι αν η παράταιρη θέση που κατέχουν στη φιλμογραφία του το «Starman» και «Οι Περιπέτειες Ενός Αόρατου Ανθρώπου» δικαιολογούν την εξαίρεσή τους, η ανάθεση στον Ενιο Μορικόνε της μουσικής επένδυσης της «Απειλής» εκπλήσσει ιδιαίτερα. Πόσo μάλλον όταν το αποτέλεσμα αποδεικνύει ότι ο Κάρπεντερ ανάγκασε τον μεγάλο μαέστρο να ακολουθήσει τη δική του πεπατημένη των απειλητικών, ηλεκτρονικών συνθέσεων. Χρησιμοποιώντας κυρίως συνθεσάιζερ, ο Κάρπεντερ ανέπλαθε πραγματικούς ήχους, όπως τους χτύπους της καρδιάς, δημιουργώντας στοιχειωμένες μελωδίες με δυσοίωνη χροιά . Το εμβληματικό μοτίβο της «Νύχτας Με Τις Μάσκες» που επέδρασε όσο ελάχιστα άλλα στις επερχόμενες σοδειές ταινιών τρόμου, αποτελεί ίσως το πιο τρανό παράδειγμα.