8:13
24/4

Ο Νίκος Γκροσδάνης θυμάται και μας διηγείται την ιστορία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Η ιστορία του φεστιβάλ γράφεται με τον πλέον άμεσο και συναρπαστικό τρόπο στο βιβλίο «Θυμάμαι: 32 χρόνια Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου».

Από τον Τάσο Μελεμενίδη

Από την 1η Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου το 1960 ως τη διεθνοποίηση του 1992, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης υπήρξε ο ετήσιος τόπος συνάντησης της ελληνικής παραγωγής ταινιών. Από την εποχή που υπήρχε πραγματικό star system ως τη γέννηση του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου και τη δημιουργία του Β' Εξώστη, το φεστιβάλ έχει μια ιστορία συνυφασμένη με αυτή του σινεμά στη χώρα μας, συμμετέχοντας ενεργά στις τάσεις του και ακολουθώντας τις μεταπτώσεις του. 

Το βιβλίο του Νίκου Γκροσδάνη, με τίτλο «Θυμάμαι: 32 χρόνια Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Επίκεντρο, προσφέρει μια καταγραφή αυτής της ιστορίας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Συνδυάζει την αμεσότητα και το μάτι του σινεφίλ αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων, με το συλλογισμό και και τη μεθοδολογία ενός δημοσιογράφου. Ο συγγραφέας καταφέρνει να είναι 2 πράγματα παράλληλα: ο τρελαμένος οπαδός του φεστιβάλ που βρίσκεται κάθε χρόνο στην καρδιά του και βλέπει την ιστορία από τα δικά του μάτια, αλλά και ένας μόνιμος και αποστασιοποιημένος μελετητής αυτής της ιστορίας, διατηρώντας (και παραθέτοντάς μας) ένα τεράστιο αρχείο από φωτογραφίες και αποκόμματα εφημερίδων με ρεπορτάζ της διοργάνωσης. 

Ο Νίκος Γκροσδάνης, μαγεμένος από την ιδέα της μάζωξης όλων των μεγάλων ονομάτων του ελληνικού σινεμά στη Θεσσαλονίκη, βρίσκεται εκεί ως παιδί το 1960, μετά από προσπάθεια, πείσμα και τύχη, και περιγράφει ακριβώς τα συναισθήματα ενός νέου παιδιού από την επαρχία, που έβλεπε για πρώτη φορά προσωπικότητες που γνώριζε μόνο από τη μεγάλη οθόνη και τα περιοδικά. Όταν το ελληνικό σινεμά γεννούσε θρύλους, που έβαζαν ανθρώπους κάθε ηλικίας να σπρώχνονται για να τους δουν πρώτοι, το φεστιβάλ ξεκίνησε ως μια διοργάνωση λάμψης που δεν παίζονταν αποκλειστικά μέσα στην αίθουσα, αλλά και έξω από αυτήν, με φωτογραφήσεις, δρώμενα και αξέχαστα πάρτι που μάζευαν την «καλη» κοινωνία της πόλης. Βλέποντας τα όσα συνέβησαν χρόνο με χρόνο, ο αναγνώστης παρακολουθεί μια ταυτόχρονη ενηλικίωση, φεστιβάλ και συγγραφέα, με τον αρχικό θαυμασμό να μετατρέπεται σταδιακα σε μια πιο ενεργή συμμετοχή. 

Μέσα στις σελίδες του βιβλίου παρέχονται πολλά άγνωστα ως τώρα περιστατικά από την πορεία που πήρε το Φεστιβάλ από τα χρόνια της δικτατορίας και έπειτα. Οι αντιδράσεις του κοινού στις παραγωγές του Τζέιμς Πάρις και τα πηγαδάκια που στήνονταν έξω από το κτίριο της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών, υπό το φόβο πάντα των απειλητικών αυτιών του κράτους, γίνονται μια σειρά από συναρπαστικές ιστορίες, χάρη στην αστείρευτη και καθαρή μνήμη του συγγραφέα, που όπως και στα προηγούμενα βιβλία του, θυμάται αδιανόητες λεπτομέρειες από γεγονότα σαν να συνέβησαν χθες, αλλά και διαλόγους με τους σημαντικότερους έλληνες δημιουργούς που ο ίδιος γνώρισε τις ημέρες των φεστιβάλ όταν ακόμη αυτοί ήταν σε νεαρή ηλικία. Ακόμη, προσφέρει απλόχερα πολλές εκ των έσω πληροφορίες (αφού και ο ίδιος άνηκε εκεί από τα σπάργανά του) από τη δημιουργία και τη δράση του περίφημου Εξώστη Β΄ που έδρασε ως φόβος και τρόμος των δημιουργών που ενδιαφέρονταν περισσότερο για τις προσωπικές τους φιλοδοξίες και όχι για την έβδομη τέχνη.

Πέρα όμως από τις μαρτυρίες, δείγμα μιας ανεξάντλητης προσωπικής μνήμης, έρχεται και η ορθή τεκμηρίωση. Γνωρίζοντας προσωπικά τη μανία του συγγραφέα με τη συγκομιδή πληροφοριών μέσα από εφημερίδες και περιοδικά, δε μου έκανε εντύπωση η σπάνια ευκαιρία που προσφέρει στον αναγνώστη, ο οποίος μπορεί να διαπιστώσει τι σήμαινε τελικά το φεστιβάλ για τον ελληνικό τύπο και κατ' επέκταση για την ελληνική κοινωνία. Πέρα από σπάνιες φωτογραφίες, υπάρχουν σχεδόν για κάθε διοργάνωση άρθρα εφημερίδων της εποχής που, ανάλογα με το κλίμα και τις εντάσεις κάθε χρονιάς, δίνουν το στίγμα του φεστιβάλ προς το αναγνωστικό κοινό. Όλα αυτά τα στοιχεία, για πρώτη φορά τόσο οργανωμένα και μαζεμένα, λειτουργούν και σε ένα δεύτερο επίπεδο ως κριτική του κινηματογραφικού Τύπου. Η γραμμή που ακολουθούσαν οι πρώτοι δημοσιογράφοι που παρουσίαζαν τη διοργάνωση πρωτίστως ως ένα κοσμικό γεγονός, μέχρι τα δηκτικά σχόλια, τις καταγγελίες και τον πιο έντονο και κριτικό τόνο της μεταπολίτευσης, αποδεικνύουν και την αλλαγή στην κάλυψη τέτοιων γεγονότων.

«Τα έζησα ΟΛΑ, τα θυμάμαι ΟΛΑ, ας ξεκινήσουμε λοιπόν κι όποιος αντέξει» γράφει στον πρόλογό του ο Νικος Γκροσδάνης και πραγματικά όποιος αντέξει θα γνωρίσει το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με έναν διαφορετικό τρόπο. Ειδικά αν είναι νεότερος και δεν πρόλαβε την περίοδο αυτή που τέλειωσε το 1992, αντιλαμβάνεται πως ο ίδιος σήμερα πηγαίνει σε μια εντελώς διαφορετική διοργάνωση σε σχέση με τότε. Άλλωστε η πρόσφατη ιστορία της είναι αρκετά πιο προσβάσιμη χάρη σε καταλόγους και πηγές από το διαδίκτυο, όμως αυτή εδώ η καταγραφή στοιχείων, που δε θα μεταφέρονταν ποτέ στη σημερινή εποχή αν δεν υπήρχε η επιμονή του συγγραφέα, είναι πραγματικός θησαυρός.