11:49
10/1

«Metropolis»: 92 χρόνια από την παρουσίαση ενός κινηματογραφικού μνημείου

Ένας καθαρός χρόνος γυρισμάτων και, με σημερινά νούμερα, προϋπολογισμός άνω των 200 εκατομμυρίων δολαρίων, που σχεδόν εξολόθρευσε ένα από τα μεγαλύτερα στούντιο της ιστορίας, την πανίσχυρη γερμανική UFA - αφού το έργο απέτυχε παταγωδώς. Άξιζε κι αιώνια θα αξίζει. Το «Μετρόπολις» είναι τερματικός σταθμός του βωβού σινεμά και στην κορυφή με τις σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Όποιος έχει δει το «Μετρόπολις» πριν το 2010 δεν πιάνεται για θεατής του, ιδίοις όμμασι ο υπογράφων το διεπίστωσε πρόσφατα. Κι αυτό διότι πλέον (μπορούμε να) είμαστε μάρτυρες της πρώτης ολοκληρωμένης κόπιας ενός καταταλαιπωρημένου αριστουργήματος. Υπάρχει μια ολόκληρη φιλολογία για την ιστορία του ακρωτηριασμού του φιλμ, η ταινία πρακτικά λογοκρίθηκε ποικιλοτρόπως από την πρώτη στιγμή (αρκεί να διαβάσεις τον αμερικάνικο τύπο της εποχής που πρωτοπροβλήθηκε το έργο στη Νέα Υόρκη) και από την πρώτη κόπια των 210 λεπτών φτάσαμε ακόμη και σε εκδοχές μικρότερες των 90 λεπτών!

Το 2010, σε μια θαυμάσια ιστορία σινεφίλ ντετεκτιβισμού, βρέθηκε στο Μπουένος Άϋρες μια, παλιά μεν πρωτότυπη δε, κόπια του φιλμ. Το «Μετρόπολις» θα έπαιρνε πίσω 26 ολόκληρα λεπτά του, ενώ τα κατεστραμμένα απ’ τη φθορά οκτώ ακόμα λεπτά της αρχικής δημιουργίας του Λανγκ θα «διορθώνονταν» από την παρουσία επεξηγηματικών μεσότιτλων. Κι όμως. Σε μια εποχή που τέτοια συμβάντα δεν αποτελούν πια είδηση ικανή να σπάσει το αντιπνευματικό φεϊσμπουκικό attention span του σημερινού ανθρωπότυπου, το «Μετρόπολις» μοιάζει να υπερίπταται ανέκαθεν των κινηματογραφικών πραγμάτων, οι γνώμες γι΄ αυτό (πλην των σοβαρών μελετητών) διίστανται αλλά δεν παραλλάσσονται, ο απόηχος παραμένει ανέγγιχτα βροντερός.

Μέχρι το 2002, που έγινε η πρώτη ουσιαστική αποκατάσταση, το «Μετρόπολις» είχε αφήσει αξεθώριαστο αποτύπωμα στην ποπ κουλτούρα (από το κόμιξ του Σούπερμαν μέχρι τον «Dr. Strangelove» και το «Μπλέϊντ Ράνερ» κι από την Ρίφενσταλ ως τον «Τιτανικό» και τη Μαντόνα), παρέμενε εντυπωμένο στην συνείδηση κινηματογραφικών δημιουργών, κοινού και κριτικής ενώ σπάνια οι επικριτές του (υπάρχουν, δικαιολογημένα) θα άφηναν έξω από την κουβέντα την αγάπη του ναζιστικού καθεστώτος στην ταινία και την αντιπάθεια, βέβαια, της αριστερής διανόησης. Ούτε η «Γέννηση Ενός Έθνους», ούτε το «Θωρηκτό Ποτέμκιν», ούτε ίσως κι ο Σαρλώ (που δεν είναι ταινία στο κάτω-κάτω) είχαν την επίδραση στον δυτικό πολιτισμό που είχε το «Μετρόπολις». Συζητήσιμο παραμένει και αν οποιαδήποτε ταινία έκτοτε μπόρεσε να έχει ανάλογο αντίκτυπο.

Γιατί, άραγε;

Το «Μετρόπολις» θα ήταν μια ταινία για την κοινωνία του μέλλοντος (είναι τοποθετημένο στο 2026), για τις τάξεις και την ηθική του Ανθρώπου. Φιλόδοξο ασφαλώς, όμως η αλήθεια είναι πως το έργο, από κατασκευής και μόνο, θα ήταν για ακόμα περισσότερα. Θα ήταν το μνημείο μιας εποχής. Ο Μεσοπόλεμος, με την αισιοδοξία και τις φρικτές του ανισότητες, την βιομηχανική άνθιση και την χρηματιστηριακή του φούσκα, το τεχνολογικό θαύμα και την υπόνοια πως κάτι ανθρωπιστικό χάνεται στην διαδρομή. Ο Μεσοπόλεμος των αισθητικών ρευμάτων – το «Μετρόπολις» έρχεται να παντρέψει τον φθίνοντα εξπρεσιονισμό με την εποχή του αρτ ντεκό – της πολιτικής σκέψης, της μεγάλης Τζαζ, του Μπρετόν, του Τ.Σ. Έλιοτ, του Έσσε, του Κάφκα, του Τζόις, του Χέμινγουεϊ, του Λε Κορμπιζιέ, του Άϊνστάιν, του Φρόιντ, του Μπρακ, του Πικάσσο, των σουφραζετών, της Βαϊμάρης - αφού είμαστε στην Γερμανία. Είναι λαμπρή και σκοτεινή συνάμα η εποχή που γεννά το «Μετρόπολις», όπως και όλο το έργο του Λανγκ, για να είμαι ακριβέστερος. Είναι εποχή που ο άνθρωπος σε πείθει ατομικά και συλλογικά πως είναι ικανός να φτιάξει από ερείπια μα και να ερειπώσει ό,τι επέτυχε.

Μέλημα βασικό της ιστορίας του «Μετρόπολις», όπως προκύπτει από χαρακτήρες (περισσότερο αρχέτυπα παρά χαρακτήρες υπάρχουν βέβαια στο έργο, με την εξαίρεση του Θεού-Τζον) και σχήματα, είναι να ηθικολογήσει πάνω στην μελλοντική παρακμή του δρόμου που έχουμε πάρει (και πόσο προφητική είναι έτσι η ταινία…) με τους πλούσιους και τους φτωχούς, με την βίαιη διαστρωμάτωση μιας κοινωνίας φτιαγμένης να εξυπηρετεί τους επικεφαλής της. Η εμμονή του Λανγκ στροβιλίζεται γύρω από τα τυφλωμένα πλήθη ενώ παρακολουθεί με επιστημονική κοινωνιολογική επιμέλεια την υστερική μάζα που χρειάζεται ενόχους για να αποφεύγει τα κρίματά της.

Το «Μετρόπολις» είναι συγκλονιστικό σινεμά, δεν είναι ακόμα και σήμερα εύκολο να το αγαπήσεις, είναι όμως αδύνατον να μην μείνεις εκστατικός με την καλλιτεχνική του έκφραση. Μέσα από σταθερά πλάνα, το mise-en-scene του Λανγκ αστράφτει και βροντάει δείχνοντας που ήταν η τέχνη του κινηματογράφου και που θα πήγαινε – μόλις τουλάχιστον συνερχόταν από τον θορυβώδη, «αντικαλλιτεχνικό» ερχομό του ήχου. Στέκει σαν μνημείο εκφραστικής έντασης σεναρίου και σκηνοθεσίας, βλέπεις την σεναριογράφο Τία Φον Χάρμπου (τότε σύζυγο του Λανγκ, μετέπειτα ιέρεια του ναζιστικού καθεστώτος) να διδάσκει την αγαπητική αλληγορία της και απέναντι τον Λανγκ να αντιμετωπίζει ήδη τους πρώτους του διαλεκτικούς δαίμονες, την αδυναμία του να συγχρωτιστεί μ’ ένα είδος που ενώ γεννά ακατάπαυστα κοινωνικό μένος ταυτόχρονα φιλοδοξεί και να σώσει την ψυχή του.

Για κάθε μεσότιτλο της «καρδιάς που πρέπει να ενώνει το μυαλό με τα χέρια», ο Λανγκ αντιπαραβάλλει εκδικητικά στίφη, πρόσωπα παραμορφωμένα από προαιώνια μίση, δουλοπρεπείς υπηρέτες αφεντάδων που είναι έτοιμοι να δώσουν το χέρι στους δημίους τους. Το «Μετρόπολις» είναι η στιγμή που το σινεμά ξεκόλλησε από την αφηγηματική υπεροχή του μίσους της «Γέννησης Ενός Έθνους», την αποθεωτική ιδεολογία του μοντάζ της προπαγάνδας του «Ποτέμκιν» και την λαοπλάνα κοινωνικά, μα ατομικιστική, χολιγουντιανή όψη του Σαρλώ και καταλαβαίνει (και το καταλαβαίνει με πάταγο) πως μπορεί να φτιάξει ατομική ιστορία με συλλογικό ήρωα και κοινωνικό σινεμά με επίκεντρο μια άψυχη πόλη, η στιγμή που η σκηνοθεσία πρώτα με το mise-en-scene κι έπειτα με το μοντάζ ξεκολλά απ’ την χειραγώγηση της σεναριογραφημένης ιδεολογίας. Το «Μετρόπολις» είναι ένας απ’ τους δυο-τρεις στύλους του βωβού κινηματογράφου, αιώνια απόδειξη που θα έφτανε αυτή η τέχνη αλλά και διακαής υπόσχεση του ατέρμονου προορισμού της όταν ο ήχος θα έμπαινε στο παιχνίδι.