12:11
24/3

Στιβ ΜακΚούιν: Και στις… 8 ήταν υπέροχος

Οι παραινέσεις ταινιοθεραπείας εξακολουθούν, όχι βέβαια πως ποτέ τις σταματήσαμε εδώ στο cinemagazine, και σήμερα, με αφορμή τα γενέθλια του über cool Στιβ ΜακΚουίν, μιλάμε για 8 διακεκριμένες ταινίες του. 

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ο Στιβ ΜακΚούιν, το επώνυμο του έδωσε το όνομα στον χαρακτήρα του πολυαγαπημένου «Cars» μην ξεχνάμε, ξεκίνησε αθόρυβα την καριέρα του στη δεκαετία του ‘50 με πολλή τηλεόραση. Το ξημέρωμα του ‘60 τον βρήκε συμπρωταγωνιστή στο «Και Οι Επτά Ήταν Υπέροχοι», που αυτομάτως σήμανε και την έκρηξη ενός σουπερνόβα σταρ-αντιστάρ, «κακού παιδιού», υπερφυσικά cool και δεν συμμαζεύεται που – κι όμως! – ήταν κι ένα πολύ καλός ηθοποιός με γερό μερίδιο σε αξιόλογες ταινίες στο πλάι εμβληματικών μιας εποχής.

Θα παραβλέψουμε εκείνες που υποθετικά κάθε άνθρωπος που είναι σ’ αυτές τις σελίδες (βλέπε: του αρέσει το σινεμά) ξέρει απ’ έξω («Υπόθεση Τόμας Κράουν», «Getaway», «Μπούλιτ»), κρατώντας όμως και μερικές για την σύνταξη μιας οκτάδας ταινιών που μπορείς να δεις για να εκτιμήσεις το φάσμα αλλά και το κράμα του πρόωρα χαμένου, μόλις στα 50 του το 1980, ηθοποιού.

Και οι Επτά Ήταν Υπέροχοι» (1960) του Τζον Στέρτζες

Μόλις χθες μιλούσαμε για τον Ακίρα Κουροσάβα εξαιτίας του οποίου και των «7 Σαμουράι» του έργα σαν αυτό υπήρξαν. Ανάμεσα σε άλλους, που συνιστούν μια cool γιορτή αρσενικού καστ, ακόμα και του Τζέιμς Κόμπερν που έχει στα ίσα τη «χαλαρότητα» του ΜακΚούιν, ο τελευταίος αντέχει με άνεση δίπλα στον Γιουλ Μπρίνερ, παίζει το εξάσφαιρο στα δάχτυλα και μοιάζει λες κι ήταν ανέκαθεν πρωταγωνιστής πριν καν κλείσει τα 30 – ηλικία «ανέτοιμων», άγουρων σταρ στην κλασική εποχή. Κι η ταινία, πέρα από κλασικό εικονογραφημένο, είναι πάντα αυτή η διαυγής, εορτάζοντος Τεχνικόλορ δημιουργία, πάνω στην κλάση των πραγμάτων που ένας ιπποτισμός, ενίοτε, διορθώνει προς όφελος των πολλών.

Η Μεγάλη Απόδραση (1963) του Τζον Στέρτζες

Σε τρία μόλις χρόνια ο ΜακΚούιν γίνεται από συμπρωταγωνιστής κορυφή της πυραμίδας (ο Κόμπερν, αντίθετα, παρέμενε ακόμα γοητευτικός «δεύτερος»), προφανώς βασικό ανάγνωσμα της περιεκτικής ψυχαγωγίας του ’60, αντιπολεμικό δράμα όπου η ιστορία γίνεται κομπάρσος της ψυχαγωγίας (αν και ο σκελετός παραμένει πραγματικός), μια από τις εμπορικότερες ταινίες της χρονιάς και, άκουσον-άκουσον, ο ΜακΚουίν να δέχεται βραβείο πρώτου ρόλου στο Διεθνές Φεστιβάλ της Μόσχας, επί Νικίτα Χρουτσώφ γενικού γραμματέως…!

Αγάπησα Έναν Ξένο (1963) του Ρόμπερτ Μάλιγκαν

Σήμερα θα ήταν βαρύγδουπο δράμα, κομεντί ή, ευκαιριακά, «δραμεντί». Υπό την αιγίδα των Πάκουλα, Μάλιγκαν τούτο εδώ ήταν ένα «μικρό» έργο μεγάλων προεκτάσεων, πρώιμης γυναικείας απελευθέρωσης, με πρώτο βιολί τη σπουδαία Νάταλι Γουντ στο ρόλο μιας νεαρής που μένει έγκυος μετά από ένα one night stand με τον ΜακΚούιν, που αργότερα δεν τη θυμάται. Άντρες. Όμως η εξέλιξη ισορροπεί την αναγκαία ουσιώδη χειραφέτηση με το ρομαντικό υπόβαθρο, και ο ΜακΚούιν σπάει καρδιές με ταχυδακτυλουργίες και κόλπα που αργότερα σύσσωμο το σινετηλεοπτικό κεφάλαιο romcom  θα έκανε παντιέρα.

Ο Χαρτοπαίκτης (1965) του Νόρμαν Τζούισον

Άτυπη μεταγραφή, απλούστερη (κι ίσως ωραιότερη) του «Hustler» (1961) του Ρόσεν με τον Πολ Νιούμαν, βρίσκει τον ΜακΚουίν στην αρχή ενός εκτυφλωτικού τόξου καριέρας που θα διαρκούσε για αρκετά χρόνια. Οι φίλοι του πόκερ το έχουν το έργο στο μαξιλάρι τους, είναι όμως το χαρακτηρολογικό κύρος του έργου πάνω στην αυταρέσκεια της νιότης και του χαρίσματος που το ανεβάζουν σε άλλα ύψη.

Τα Βότσαλα της Άμμου (1966) του Ρόμπερτ Γουάιζ

Διάσημη στον καιρό της, αναγνωρισμένη με 8 υποψηφιότητες για Όσκαρ, εκ των οποίων και η πρώτη και μοναδική του ΜακΚούιν στον ρόλο ενός επαναστατικού αρχικελευστή-βοηθού μηχανουργού, η ταινία του μεγάλου Ρόμπερτ Γουάιζ («Haunting», «West Side Story») είναι άγνωστη σήμερα, αδικαιολόγητα και άδικα. Με όλα τα χαρακτηριστικά του έπους στη φαρέτρα της, αλλά και μια «ανάρμοστη» κλειστοφοβικότητα να την ελευθερώνει από τη μανιέρα των ανοιχτών χώρων του σινεμασκόπ των «μεγάλων θεμάτων», διαθέτει σε πληρότητα τα τελευταία (ένα αμερικάνικο πολεμικό σκάφος στην εμπόλεμη Κίνα του 1920 και οι εντάσεις εντός του καραβιού), έχει σημεία να εντοπίσεις κριτικές, όμως εν γένει είναι μια κλασική, τελειοθηρική παραγωγή, που χαράζει συναρπαστικές παραλλήλους με τον ήδη τότε εξελισσόμενο πόλεμο του Βιετνάμ.

Le Mans (1971) του Λι Χ. Κάτζιν

Σκληροπυρηνικοί επιτρέπονται. Εύλογα η κριτική δεν πιάνει τέτοια έργα, κι από μια πλευρά έχει δίκιο, το έργο δεν έχει σενάριο με όρους δραματικότητας, χαρακτήρων. Ένα ψευδοντοκιμαντέρ της, να την πούμε ευγενικά, όρεξης του ΜακΚούιν για τ’ αυτοκίνητα και την οδύσσεια ενός Λε Μαν είναι, του αγώνα που δοκιμάζει όλες τις ανθρώπινες και μηχανικές αντοχές. Στα πρώτα 40 λεπτά δεν ακούγεται κιχ δραματικού διαλόγου (άλλος θα σου πει δεν ακούγεται σε όλο το έργο) αλλά βλέπεις τον ΜακΚούιν, βλέπεις την 911, βλέπεις την προετοιμασία του αγώνα.

Και στα 28 περίπου λεπτά αρχίζει το μαρσάρισμα, όλο σε έξοχη φωτογραφία (που μιμήθηκε επιτυχώς ο Χάουαρντ στο «Rush») και η καρδιά του «πολεμοχαρούς» αυτοκινητομανή χτυπάει σαν δείκτης στροφόμετρου. Δεν είναι καλό έργο, είναι αριστούργημα ατμόσφαιρας, εποχής και αγωνιστικής αυτοκινητιστικής μανίας. Και άλλη μια σπουδαία ένδειξη ενός cool μετριοπαθούς τύπου σαν τον ΜακΚουίν, που μπορούσε να σπρώξει για ένα αυτολατρευτικό δράμα και τελικά κρατά για τον εαυτό του μοναχά την όψη του μέσα σε χώρους που λάτρεψε.

Ο Πεταλούδας (1973) του Φράνκλιν Σάφνερ

Μπορούσε να παρακαμφθεί ως ένα έργο που καθένας ενδιαφερόμενος έχει λογικά δει, δεν έπρεπε όμως γιατί είναι μια μεγάλη ταινία ανθρωπίνου πνεύματος. Και, μαζί της, είναι η κατά πάσα πιθανότητα μεγαλύτερη και συγκινητικότερη στιγμή του ηθοποιού-ΜακΚούιν, ενός μεγάλου Αμερικανού ηθοποιού που σκεπάστηκε από την αίγλη της περσόνας του, κρύβοντας δυστυχώς πόσο αφοσιωμένος ηθοποιός θυσίας στη τέχνη του υπήρξε.

Η κριτική δεν ήταν φιλική (να πως βγαίνει τ’ όνομα), από την άλλη, υπό το φως των χρόνων, ένας από εμάς θα σου έλεγε ότι μπορεί η νεότερη γενιά να αναπαύεται στην συναισθηματική ένταση της απόδρασης του «Τελευταία Έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ», αλλά ο «Πεταλούδας», με αυτό βλέμμα του ΜακΚούιν, αυτή τη μουσική του Γκόλντσμιθ και φυσικά αυτό το κερδισμένα παραδείσιο φινάλε συνιστά μια από τις λυτρωτικότερες στιγμές του σινεμά.

Ο Εχθρός του Λαού (1978) του Τζορτζ Σέφερ

Ελάχιστα γνωστό και με τον τρόπο του απαραίτητο. Βασισμένο στην προσαρμογή του Άρθουρ Μίλερ επί της κλασικής, ομώνυμης, πρώτης ύλης του Ίψεν, το έργο αυτό ήταν η επιλογή του ΜακΚουίν, τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά τον «Πύργο της Κολάσεως» - κι ένα κολασμένο σερί επιτυχιών.

Η θυελλώδης γαμήλια σχέση με την Άλι ΜακΓκρό, αργότερα η διάθεσή του να απεγκλωβιστεί από το στερεότυπο της cool δράσης, συνέβαλαν σε μια αποχή ετών που διακόπηκε, απίστευτα, από τούτο εδώ που γέμισε αμηχανία το στούντιο καθώς ο ΜακΚουίν, επιστρέφοντας στις ερμηνευτικές καταβολές του, εμφανίστηκε αγνώριστος με μακριά κώμη, μούσια και γυαλιά. Η ταινία είχε παταγώδη αποτυχία, είναι όμως συναρπαστικό εγχείρημα και ο ΜακΚούιν, λίγο προτού αρρωστήσει και πάρει την κατιούσα, συγκλονιστικός.

Η ζωή τα έφερε αλλιώς στα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του. Καλλιτεχνικά επέστρεψε σε πιο γνώριμα μονοπάτια, η σχέση με την ΜακΓκρό δεν ήταν να διαρκέσει και ο καρκίνος έβαλε τελεία σε μια καριέρα που είχε πολύ και πιθανότατα ωραίο δρόμο μπροστά της. Ωστόσο η υπογραφή στην ως σήμερα ιστορία του μπαίνει από την στέρεη υστεροφημία και την ποπ μυθοποίηση, που καλή  και χρυσή αν έτσι νομίζουμε, ωστόσο ωραιότερα θα ήταν να μην επισκίαζε και την ουσία που δεν είναι άλλη από το καλλιτεχνικό του εκτόπισμα.