17:35
26/3

Λάρι Κόεν (1941-2019): Εις το όνομα των B-movies

Ακούραστος σεναριογράφος για την τηλεόραση και το σινεμά και σκηνοθέτης καλτ ταινιών από τις δεκαετίες του '70 και του '80, ο Λάρι Κόεν πέθανε πριν λίγες μέρες αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο, σε ποσότητα, έργο. 

Από τον Τάσο Μελεμενίδη

Αν βρισκόμασταν στις δεκαετίες του 80 και 90 θα βρίσκαμε τις ταινίες του ακροβολισμένες σε διάφορα σημεία ενός βίντεο κλαμπ, λίγο αργότερα πεταμένες σε νυχτερινές ώρες που θα γέμιζαν το πρόγραμμα μικρών τοπικών τηλεοπτικών καναλιών για να φτάσουμε στο σήμερα όπου αραιά και πού βρίσκουμε κείμενα σε blogs για καλτ ταινίες στο αχανές γήπεδο του διαδικτύου. Ταινίες που ο Έντγκαρ Ράιτ σοφά περιέγραψε ως «γεμάτες με ιδέες πολύ μεγαλύτερες από το budget τους» ενώ ο ίδιος ο δημιουργός τους ως «πολύ πιο συναρπαστικές από γνωστές A-movies». 

Ο Λάρι Κόεν γεννήθηκε το 1941 στη Νέα Υόρκη και άνηκε στη γενιά αυτών που εκπαιδεύτηκαν βλέποντας σινεμά. Ξόδεψε όλη σχεδόν την εφηβική του ηλικία βλέποντας double features, αγαπώντας το φιλμ νουάρ και μπήκε στον χώρο της δημιουργίας, γράφοντας επεισόδια για σειρές πριν ακόμη κλείσει τα 20 του χρόνια. Πέρασε όλη τη δεκαετία του 60 γράφοντας επεισόδια για σειρές, με μεγαλύτερη επιτυχία του τη δημιουργία του «Invaders» τη διετία 1967-1968, ενώ ένα χρόνο πριν έγραψε το σενάριο της συνέχειας των «Υπέροχων Επτά» που σκηνοθέτησε ο Μπερτ Κένεντι. Θέλοντας να έχει μεγαλύτερη ελευθερία στις ταινίες του, μετακομίζει για τα καλά στον κινηματογραφικό χώρο όπου αναλαμβάνει σενάριο, σκηνοθεσία και παραγωγή των περισσότερων ταινιών του. 

Η είσοδός του έγινε μέσω της ανόδου του blaxploitation, είδος που εντάσσονται τα «Bone» και «Black Caesar» - το τελευταίο αποτελούσε ριμέικ του πολύ αγαπημένου του «Little Caesar». Το 1974 οραματίστηκε μια παραλλαγή του «Μωρού της Ρόζμαρι» χωρίς να ενδιαφέρεται για καμιά προέκταση του μύθου του, παρά μόνο για τη χρηστική αξία της ταινίας, να τρομάξει δηλαδή το κοινό της εποχής. To «It’s Alive», αν και αποσύρθηκε γρήγορα, ξαναβγήκε με ενισχυμένο marketing και είχε τελικά επιτυχία αποκτώντας τα επόμενα χρόνια 2 συνέχειες. Έχοντας ως επίκεντρο τις ταινίες αστυνομικού ενδιαφέροντος συνέχισε με το «God Told Me To», ένα θρίλερ που ενέπλεκε για θρησκευτική αίρεση σε μια σειρά φόνων, ενώ τη δεκαετία του 80 έφτιαξε πολλές ταινίες που αν και προορίζονταν για το σινεμά, η καριέρα τους στο παράλληλο κύκλωμα της βιντεοκασέτας ήταν πολύ πιο πετυχημένη. 

Αυτή ήταν ίσως η καλύτερη δεκαετία του, που συνδυάστηκε με τη συνεργασία που είχε με τον ηθοποιό Μάικλ Μόριαρτι. Αυτή ξεκίνησε με το περίφημο Q (1982), ένα μυθικό ιπτάμενο τέρας που επιτίθεται στη Νέα Υόρκη και συνεχίστηκε με την απολαυστικότερη ίσως ταινία του, το The Stuff (1985), ένα άκρως χιουμοριστικό σχόλιο για τον μαζικό καταναλωτισμό της δεκαετίας, μέσα από μια νοστιμότατη κολλώδη ουσία που γίνεται must της εποχής αλλά μετατρέπει τους φανατικούς της σε ένα είδος ζόμπι που θα έκαναν τα πάντα για να την αποκτήσουν. Ο Μόριαρτι έπαιξε και στη δεύτερη συνέχεια του «It’s Alive», ενώ ο Κόεν ολοκλήρωνε τη δεκαετία γράφοντας τον «Μανιακό Μπάτσο» (ταινία που απέκτησε συνέχειες τα επόμενα χρόνια) και σκηνοθετώντας τον τελευταίο ρόλο της Μπέτι Ντέιβις στο «Wicked Stepmother» (1989).



Ο Κόεν άφηνε σιγά σιγά τη σκηνοθεσία, με τελευταία του δουλειά για το σινεμά το «Original Gangstas» (1996), έναν φόρο τιμής στο blaxploitation, με πρωταγωνιστές που τίμησαν το είδος όπως οι Φρεντ Γουίλιαμσον, Τζιμ Μπράουν και Παμ Γκριρ. Η πένα του όμως δε σταμάτησε να γράφει και το 2002 είδε ένα σενάριο που είχε γράψει επειδή θεωρούσε πως ήταν εύκολο και φθηνό να γυριστεί, να γίνεται ταινία του Τζόελ Σουμάχερ με τον Κόλιν Φάρελ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το «Τηλε... φονικός θάλαμος» ήταν παγκόσμια επιτυχία, την οποία ο Κόεν θα ήθελε πολύ να επαναλάβει, πατεντάροντας το είδος του θρίλερ με κινητό τηλέφωνο και στο «Τελευταία Κλήση» που γυρίστηκε 2 χρόνια μετά, με την Κιμ Μπέισιντζερ στον πρωταγωνιστικό ρόλο, χωρίς ανάλογη επιτυχία. 

Έχοντας πλέον να διαχειριστεί την τεράστια σε όγκο φιλμογραφία του, ο Κόεν εμφανίστηκε στο ντοκιμαντέρ που έγινε προς τιμήν του το 2017, με τίτλο «King Cohen: The Wild World of Filmmaker Larry Cohen» και έμφαση στον χαρακτηρισμό αντισυμβατικός. Βλέποντας κάποιος τις ταινίες του σήμερα, παρατηρεί ότι διατηρούν αυτό που πρωτίστως ο ίδιος ήθελε, ένα μαζεμένο πρώτο επίπεδο αφήγησης που θα ικανοποιεί το κοινό, με πολλές μικρές ιδέες μέσα στην αφήγηση που λειτουργούσαν αποτελεσματικά για την απόκρυψη του μικρού budget που συνήθως είχε. Το τελευταίο τον μετέτρεψε σε ήρωα για μια σειρά νεότερων σκηνοθετών που έμαθαν από τον ίδιο αμέτρητες ιδέες για το πως να δημιουργήσουν χωρίς μεγάλα κεφάλαια, όπως και αυτός αντίστοιχα έμαθε από σκηνοθέτες των B-movies της δεκαετίας του 50 που έβλεπε ασταμάτητα.