Κινηματογράφος και Ιστορία: «The Sorrow and the Pity» (1969) του Μαρσέλ Οφίλς ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
0:00
26/10

Κινηματογράφος και Ιστορία: «The Sorrow and the Pity» (1969) του Μαρσέλ Οφίλς

Λίγο πριν την 28η Οκτωβρίου, το cinemagazine.gr σας προτείνει να γυρίσετε τον χρόνο πίσω και να δείτε το «The Sorrow and the Pity», ένα από τα πιο αποκαλυπτικά ντοκιμαντέρ για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην ιστορία του σινεμά. 

Από τον Πάνο Γκένα

Ο Μαρσέλ Οφίλς, γιος του σπουδαίου σκηνοθέτη Μαξ Οφίλς, επαναπροσδιόρισε κινηματογραφικά το Ολοκαύτωμα μέσα από την καθαρτική διεργασία της μεγάλης αποκάλυψης. Με αφορμή την οδυνηρή ναζιστική κατοχή της Γαλλίας, προκάλεσε σοκ, ξεσκεπάζοντας τη συνεργασία των ντόπιων κατοίκων με τους κατακτητές και τη μετατροπή τους σε δήμιους και καταδότες.

Ένα Μυστικό Έθνος Δοσίλογων

Τις σκοτεινές ημέρες όπου η Γαλλία τελούσε υπό γερμανική κατοχή, ο πληθυσμός πραγματοποιούσε την δική του ηρωική αντίσταση. Την ίδια ώρα η πλειοψηφία της άρχουσας τάξης συνεργαζόταν με τους Γερμανούς στην πάταξη κάθε Εβραϊκού στοιχείου στην χώρα και Γάλλοι πολίτες επιβίωναν της κατοχής καταδίδοντας συμπατριώτες τους. 

Το «Ο Οίκτος και η Θλίψη» είναι από τα ντοκιμαντέρ που συγκλόνισαν την ιστορία του σινεμά. Ο Οφίλς χρησιμοποιεί συνεντεύξεις Γερμανών αξιωματικών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, Γάλλων συνεργατών των ναζιστών την εποχή της κυβέρνησης Βισί στη Γαλλία και μελών της αντίστασης στο Κλερμόντ-Φεράντ, αναδεικνύοντας την χαμερπή ανθρώπινη φύση και τα κίνητρα που οδήγησαν σε μία ειδεχθή συνεργασία. Ο αντισημιτισμός, η αγγλοφοβία, ο τρόμος της επέλασης των Μπολσεβίκων και της σοβιετικής εισβολής και η ακόρεστη επιθυμία για εξουσία, αποκαλύπτονται σε ένα συναρπαστικό ντοκουμέντο 4,5 ωρών. Ενδεχομένως τις ταχύτερες 4,5 ώρες στην ιστορία του κινηματογράφου.

Μην ζητάς από τους ανθρώπους να γίνουν ήρωες

Το 1967 οι τηλεοπτικοί παραγωγοί του καναλιού ORTF Αντρέ Χάρις και Αλέν ντε Σεντουί, εισήγαγαν μία νέα φόρμα ντοκιμαντέρ κάνοντας χρήση αρχειακού υλικού και σύγχρονων συνεντεύξεων. Πρώτη συνεργασία τους με τον Οφίλς ήταν στο «Munich or Peace in Our Time» (1967), για τα γεγονότα που οδήγησαν στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά στον απόηχο των ταραχών το Μάη του 1968 στη Γαλλία, οι μελλοντικές ιδέες που προτάθηκαν στο τηλεοπτικό δίκτυο από την τριμελή ομάδα, θεωρήθηκαν πολύ τολμηρές και αριστερές, με αποτέλεσμα να απολυθούν. Στη συνέχεια απευθύνθηκαν σε τηλεοπτικούς παραγωγούς της Δυτικής Γερμανίας και της Ελβετίας και μετά από οχτώ μήνες γυρισμάτων και 60 ώρες συνεντεύξεων, το «Ο Οίκτος και η Θλίψη» ήταν έτοιμο, αλλά η γαλλική τηλεόραση αρνήθηκε να το προβάλει.  

Το αριστούργημα του Μαρσέλ Οφίλς παρέμεινε απαγορευμένο, προτού κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 1971 σε μια παρισινή αίθουσα και προκαλέσει σάλο. Λόγω θέματος δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη, ότι ο Οφίλς δεν μπόρεσε να πάρει γαλλική χρηματοδότηση για την ταινία, η οποία τελικά προβλήθηκε δημόσια μόλις το 1981 στη γαλλική τηλεόραση μετά από χρόνια απαγόρευση. «Πολλοί άνθρωποι στη Γαλλία εξακολουθούν να πιστεύουν πως η ταινία δίνει ένα μήνυμα για το πώς συμπεριφέρθηκε η χώρα στη διάρκεια της Κατοχής. Αυτό είναι πομπώδες και ηλίθιο», είχε δηλώσει ο Οφίλς. «Πως θα μπορούσα να προβώ σε τέτοια δήλωση, για μία χώρα που ηττήθηκε και οι κάτοικοί της έπρεπε να ζουν υπό αυτές τις συνθήκες για τέσσερα χρόνια...Σε περιόδους μεγάλης κρίσης, παίρνουμε αποφάσεις ζωής και θανάτου. Δεν μπορείς να ζητήσεις από τους ανθρώπους να γίνουν ήρωες. Δεν πρέπει να το περιμένετε ούτε από τον εαυτό σας, ούτε από τους άλλους». 

Η ταινία που η Γαλλία δεν ήθελε να δούμε

Αν και η γαλλική απροθυμία για την προβολή της ταινίας συνάδει με την άρνηση να αναγνωρίσει τα πραγματικά περιστατικά της ιστορίας, η κύρια υπαίτια της απόφασης ήταν η Σιμόν Βέιγ, Υπουργός υγείας της κυβέρνησης Ζισκάρ ντ' Εστέν, Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και διασωθείσα κρατούμενη από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς-Μπίρκεναου, με την αιτιολογία ότι η ταινία παρουσιάζει μία πάρα πολύ μονόπλευρη άποψη. Γιατί η γαλλική κυβέρνηση ανησυχούσε τόσο για τη δημόσια προβολή των γερμανικών θηριωδιών; Η χώρα ήταν διστακτική στο να ξυπνήσει από τη συλλογική αμνησία του πρόσφατου παρελθόντος της, τα πέντε χρόνια της συνεργασίας της κυβέρνησης Βισί. Η δημόσια αποδοχή αντιστρεφόταν τη μυθοποίηση μιας χώρας, που θεωρούσε το έθνος ταυτόσημο με ένα έθνος αντίστασης. Τελικά χρειάστηκαν 12 χρόνια για να προβληθεί η ταινία σε κρατικό τηλεοπτικό δίκτυο. Όταν το αμφιλεγόμενο ντοκιμαντέρ μεταδόθηκε, άφησε πολλούς Γάλλους με την απορία για την «τόσο μεγάλη αναστάτωση». Τα χρόνια είχαν περάσει και η ιστορία πια είχε ξεθωριάσει.

Ο Γερμανο-Εβραίος Μαρσέλ Οφίλς, διέφυγε με την οικογένειά του στη Γαλλία τη δεκαετία του ‘30 και μετακόμισε στην Αμερική το 1941. Για τον ίδιο, το «Οίκτος και η Θλίψη» ήταν μία βαθύτατα προσωπική εμπειρία, που μπλέκει την ανθρωπολογία, την ιστορία, την κοινωνιολογία και την ψυχολογία με στόχο να άρει την αλήθεια και να αφήσει την τελική κρίση στους θεατές. Οι αριστοκράτες, οι αγρότες, οι καταστηματάρχες και οι πολιτικοί του Κλερμόντ-Φεράντ αποτέλεσαν τη δοσίλογη μαγιά μιας αποτρόπαιας ζύμωσης. Στην πορεία, η ταινία καταστρέφει το μύθο μιας ενωμένης γαλλικής αντίστασης. 

Η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη: την «Κατάρρευση» και την «Επιλογή». Ο Οφίλς αποκαλύπτει με χαρακτηριστική ευγλωττία πως η Γαλλία δεν είχε τα στρατιωτικά και συναισθηματικά εφόδια να πολεμήσει τους Ναζί. Αντι-κομμουνιστές, πνευματικά σημαδεμένοι από έναν πρόσφατο Παγκόσμιο Πόλεμο ή αδιάφοροι, ο Οφίλς κάνει λεπτομερή αναφορά για μία μερίδα του λαού που συνεργάστηκε και υποκίνησε την απέλαση ανήλικων Εβραίων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Μέσα από τις φορτισμένες συνεντεύξεις ο Οφίλς υποδεικνύει ανθρώπους σε σύγχυση. Ένας Άγγλος ατζέντης που εργαζόταν στη Γαλλία, εξομολογείται πως μπήκε στην αντίσταση για να μη θεωρηθεί δειλός, όντας ομοφυλόφιλος. Στη συνέχεια φανερώνει πως όταν δούλεψε ως τραβεστί σε ένα καμπαρέ, ερωτεύθηκε και βοήθησε έναν Ναζί. Ένας αγρότης διακηρύττει ενοχλημένος πως μόνο οι φανατικοί αγωνίζονται. Όταν ο σκηνοθέτης τον ρωτά γιατί πάλεψε τους Ναζί, του απαντά «επειδή αναστάτωσαν την πατρίδα», ακυρώνοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του. 

Η απλή μα θαρραλέα κινηματογραφική τεχνική της ταινίας, που κόβει καίρια και διατμηματικά το υλικό από επίκαιρα της εποχής και το αντιπαραβάλει με τις σύγχρονες συνεντεύξεις, δημιουργεί ένα ζωντανό ιστορικό μωσαϊκό αντιφάσεων και συνεπειών, που ενέπνευσε μια πληθώρα κινηματογραφικών ταινιών και ντοκιμαντέρ. Μέσα από την τραγικότερη ιστορική πτυχή του 20ου αιώνα ο Οφίλς σκάβει βαθιά για να αποκαλύψει την έλξη στο φασισμό. Χρησιμοποιεί ενοχλητικές και διφορούμενες εξομολογήσεις για να συνθέσει ένα απαισιόδοξο, ρεαλιστικό πορτρέτο της ανθρώπινης φύσης και φέρνει στο φως τις πιο σκοτεινές αλήθειες της ζωής.