15:05
3/12

Η τόλμη και η γοητεία της θαυμαστής Τζούλιαν Μουρ

59 σήμερα η βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιός, που έχει και άλλες τέσσερεις υποψηφιότητες, μεταξύ των οποίων και μια διπλή το 2003. Προτείνουμε πέντε, από αρκετές παραπάνω, στιγμές της που αξίζουν την προσοχή σας.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

«Safe» (1995), του Τοντ Χέινς
Η Τζούλιαν Μουρ εμφανίστηκε δειλά στις αρχές του '90 στον κινηματογράφο, έκανε ένα αξιομνημόνευτο πέρασμα κι από τα μνημειώδη «Στιγμιότυπα» του Άλτμαν το 1993, την ίδια χρονιά πέρασε και από τον «Φυγά» και από το «Ένοχο Κορμί» της Μαντόνα, έπρεπε όμως να φτάσουμε στο 1995 και την καλύτερη στιγμή του Τοντ Χέινς που είδε στην 35χρονη τον ρόλο της νοικοκυράς που πάσχει από ιδιοπαθή περιβαλλοντική δυσανεξία. Η Μουρ, πριν από μανιέρες, ή οτιδήποτε σχεδόν αναπόφευκτα συγχωνεύεται στο παίξιμο ενός ηθοποιού μέσα στον χρόνο, είναι συναρπαστική, είναι απεριόριστη στην τόλμη της και σφραγίζει ανεξίτηλα μιας από τις κορυφαίες ερμηνείες της δεκαετίας, φτιάχνοντας ένα εφιαλτικό πορτρέτο μιας γυναίκας στη δίνη μιας ασφυκτικής εποχής. Η ερμηνεία της δεν τιμήθηκε πουθενά...

«Το Τέλος μιας Σχέσης» (1999) του Νιλ Τζόρνταν
Η μαγική της χρονιά είναι αυτή, παραπάνω κι από το 2002 που περιέχει την διπλή της υποψηφιότητα στην επόμενη οσκαρική απονομή. Εδώ η Μουρ βρίσκει την ασύλληπτη τομή ανάμεσα στο πάθος και την πίστη, την ευλαβική όψη της τελευταίας ηδονής, μεταμορφώνεται αξέχαστα στην Σάρα και στην στιγμή της προσευχής και της επιστροφής της στο δωμάτιο χαρίζει στην δεκαετία του '90 μια από τις συγκλονιστικές στιγμές της - σε μια ταινία που έτσι κι αλλιώς όσοι βλέπουν ξέρουν.

«Μανόλια» (1999) του Πολ Τόμας Άντερσον
Έτερη απόδειξη μιας τρομερή χρονιάς η ξεχωριστή της παρουσία (αλλά ποιος δεν ξεχώριζε θα ρωτήσεις...) στο ensemble του Άντερσον πάνω στις σχέσεις και την διαπλοκή τους στην γονεϊκή ευθύνη. Υστερική, νευρωτική, αθυρόστομη, η Μουρ παίζει στην κόψη ενός ξυραφιού την ακέρδιστη μεγαλοαστική της κομψότητα που πηγαίνει κατά διαόλου ενώ συνειδητοποιεί πως τίποτα στον κατάστασή της δεν είναι προϊόν αξιοσύνης και ήθους. Σπουδαία.

«Ο Παράδεισος είναι Μακριά» (2002) του Τοντ Χέινς
Ο Χέινς γοητεύεται από τα μελοδράματα του Ντάγκλας Σέρκ, δεν μπορεί να τα πλησιάσει, μπορεί όμως να τα αναπαραστήσει και αρωγός του θα είναι ξανά η Τζούλιαν Μουρ στο ρόλο μιας προαστιακής νοικοκυράς ανάμεσα στην αποκάλυψη πως ο σύζυγός της είναι ομοφυλόφιλος και στο ότι η ίδια είναι ερωτευμένη με τον μαύρο κηπουρό της. Μέσα στην διογκωμένη σεναριακή μελοδραματικότητα η Μουρ στέκεται εξαιρετικά ενώ την ίδια χρονιά παίζει και στις «Ώρες» κάνοντας το διδακτορικό της στο αμερικάνικο προαστιακό '50. Υποψηφιότητες για Όσκαρ και στις δύο ταινίες.

«Still Alice: Κάθε Στιγμή Μετράει» (2014) των Ρίτσαρντ Γκλέιτζερ και Γουός Γουέστμορλαντ
Από εκείνες τις τίμια συνταγογραφημένες ταινίες που οσφραίνεσαι απ' ευθείας οσκαρικότητα ρόλων (παθήσεις ανέκαθεν φίλιες προς τον θεσμό), αυτό δεν σημαίνει επ' ουδενί πως η δουλειά του ηθοποιού είναι υποδεέστερη, κι εδώ πράγματι η Μουρ αποφεύγει παραδοσιακές εκρήξεις προς όφελος μιας εσωτερικότητας και ορισμένων σιωπηλών ιδιαίτερα συγκινητικών στιγμών που αναπόφευκτα γεννά η φρικτή πραγματικότητα ενός γερού μυαλού που αντιλαμβάνεται τα πρώτα στάδια του Αλτζχάιμερ.

Αναπόφευκτα αρκετές δυνατές ερμηνείες έχουν μείνει έξω, η προφανής των «Ωρών» μία, αλλά και άλλες λιγότερο γιορτασμένες όπως το περάσμά της στο «Πέρα από τον Πικάσσο» του Άιβορι, τον «Μεγάλο Λεμπόφσκι» φυσικά που είναι ένα ρεσιτάλ κοενικού δεύτερου ρόλου, τις «Ξέφρενες Νύχτες» στο ρόλο της περπατημένης, μητρικής πορνοστάρ, στο «Χάνιμπαλ» που φορά με άνεση τα δικά της παπούτσια στον ρόλο της Κλαρίς, χαρίζοντάς της και μια κεκτημένη θηλυκότητα που η Τζόντι Φόστερ δεν διέθετε, το φιλόδοξο και ατυχές «Περί Τυφλότητος» του Μεϊρέγιες, αλλά και τον αξέχαστο ρόλο της στο ντεμπούτο του Τομ Φορντ στο «Ένας Άνδρας Μόνος».

Ασίγαστη και με τον τρόπο της γοητευτική, η Τζούλιαν Μουρ ανήκει στην προμετωπίδα των ερμηνευτριών της γενιάς της και δίκαια φέρνει ένα σημείο αναφοράς μιας κάποιας σπουδαιότητας σε κάθε ταινία που συμμετέχει. Να είναι γερή.