Advertisement
12:02
11/2

Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς: Η απαράμιλλη γοητεία της σοφιστικέ ειρωνείας

Στον ορυμαγδό των υπερθετικών που συναντάς ολόγυρα στα περί των κινηματογραφικών, αναγκαστικά κάποιοι πελαγώνουν. Φρόντισε να μην είσαι εσύ, υπερασπίσου το κριτήριό σου και πρόσεχε μην χάσεις στη φασαρία τον Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Από μια πλευρά, σε μια λιγότερο θορυβώδη εποχή θα ήταν εύκολο. Λες δυο τίτλους («Όλα για την Εύα» και «Ξαφνικά Πέρυσι το Καλοκαίρι»), αναφέρεις τα τέσσερα όσκαρ (από οκτώ υποψηφιότητες), το βραβείο στις Κάννες και τις τέσσερεις (!) βραβεύσεις από την Ένωση Σκηνοθετών (κι άλλες τρεις από τους Σεναριογράφους) και καθάρισες. Η πλήρης, διαχρονική υπόκλιση κριτικής και ομοτέχνων σε μια σκηνοθετική καριέρα 26 (όλων κι όλων) ετών και μια σεναριακή σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών, πρέπει να αρκεί. Δεν αρκεί όμως και το φιλοθεάμον (και συχνά ανώφελα κανιβαλιστικό) πλήθος διαφωνεί με τους ειδικούς που στο κάτω-κάτω «τι ξέρουν και γιατί πρέπει εγώ να έχω κάποιον να μου λέει τι θα δω;».

Αλλά αν σκεφτόσασταν κάπως έτσι δεν θα είχατε φτάσει ως εδώ στο κείμενο.

Από τις 20 μυθοπλασίες του Μάνκιεβιτς για τον κινηματογράφο (ξεκινάς, ούτε μήνα δεν θα σε πάρει), πρέπει να ζοριστείς πολύ για να διαλέξεις κι αυτό διευκολύνεται μόνο με το ορθό κριτήριο που θέτει η ιστορία και η αποτίμησή της. Κι έτσι όμως πού να πρωτοπάς…

«Somewhere in the Night» (1946)
Βασικό νουάρ για τους θιασώτες, με τον «ξύλινο» Τζον Χόντιακ και τον τεράστιο Ρίτσαρντ Κόντε που μεγαλούργησε στο είδος (τον ξέρετε φυσιογνωμικά σαν Ντον Μπαρζίνι στο «Νονό» πολλά –πολλά χρόνια μετά) σε μια ιστορία αμνησίας, νέου προσώπου, άλυτης δολοφονίας του παρελθόντος, που όλα τους διαπερνώνται σαν αεράκι από την σκηνοθεσία και το σενάριο του Μάνκιεβιτς.

«The Ghost and Mrs. Muir» (1947)
Η δεύτερη ταινία του της χρονιάς εκείνης (και η τέταρτη της πρώτης του διετίας) είναι αυτό το ποιητικό, μυστηριακό, μεταφυσικό θρίλερ, καρυκευμένο με στοιχεία κωμικά και αυτό αγαπητοί αναγνώστες είναι ο «συνδυασμός Μάνκιεβιτς», ένα μοναδικό κράμα φινετσάτης γραφής (σκηνοθετικής όσο και σεναριακής) που ελίσσεται, ακουμπά και συνεχίζει όπου ο δαίμονας αυτός ήθελε, όπως ιδιοφυώς ήξερε να μπλέκει τα είδη τελικά φθάνοντας σ’ ένα μοναδικό αποτέλεσμα που δεν μπορείς να κατατάξεις.

«House of Strangers» (1949)
Πάλι Ρίτσαρντ Κόντε αλλά αυτή τη φορά και μέγας Έντουαρντ Ρόμπινσον (βραβείο ερμηνείας στις Κάννες για τούτο εδώ) σ’ ένα νουάρ που απλώνεται και πολλαπλασιάζεται στο υπαρξιακό δράμα, ποτέ όμως να σε βαρύνει, πάντα αυτή η σοφιστικέ πετονιά του Μάνκιεβιτς πέφτει πάνω στα ανθρώπινα, να τα δείξει, να τα τιμήσει αλλά και σιγά-σιγά να τα βάλει στην όχι και συμπαντικής σημασίας θέση τους. Την επόμενη χρονιά θα έφτανε η πρώτη κορυφή.

«Ένα Γράμμα σε Τρεις Γυναίκες» («A Letter to Three Wives», 1949)
Πρώτα όμως να καθαρίσουμε με το ’49 γιατί το σφύζον τάλαντο δεν αφήνει και τον χρόνο να περνά, ο κινηματογραφιστής πρέπει να κινηματογραφεί όχι να χρονοτριβεί σε μεγαλοσχήμονα. Παράξενο στα χαρτιά, βασισμένο σε μιa ιστορία από το...Cosmopolitan, μια βόλτα στο πάρκο στην πράξη, κράμα δράματος, μυστηρίου και ειρωνικής ματιάς στον θεσμό του γάμου σε εποχή που μια τέτοια κριτική αποτελούσε πρωτοπορία. Ένα γράμμα φτάνει από μια γυναίκα σε τρεις άλλες λέγοντας πως η μια δεν θα δει απόψε τον άντρα της γιατί της τον έκλεψε η υπογράφουσα. Εμείς θα δούμε στην αγαπημένη δομή του Μάνκιεβιτς τις ιστορίες τριών δύστοκων γάμων και θα περιμένουμε την εξήγηση του whodunit. Σκηνοθεσία και σενάριο πήραν Όσκαρ, όχι και η ταινία σε μια φοβερή χρονιά που είχε και την «Κληρονόμο» του Γουάιλερ, είχε και το «Όλοι οι Άνθρωποι του Βασιλιά» του Ροσέν που τελικά κέρδισε.