Τζον Κάρπεντερ: Ο τεχνολόγος του τρόμου ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
Advertisement
12:51
16/1

Τζον Κάρπεντερ: Ο τεχνολόγος του τρόμου

72 γίνεται σήμερα ο Τζον Κάρπεντερ, μείζων δημιουργός του νέου Χόλιγουντ, που έβαλε την αειθαλή σφραγίδα του στο σινεμά είδους του '70 και του '80.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Είναι σκληρός όμως ο κόσμος της κριτικής σχεδόν όσο και η μνήμη του φιλοθεάμονος κοινού. Βλέπεις, ο πρώτος δεν έχει και σε μεγάλη υπόληψη τον τρόμο και την επιστημονική φαντασία και η δεύτερη δεν χολοσκάει με την ιστορία, τις επιρροές αλλά και την αποτελεσματικότητα που μπορεί να έχει ένα σινεμά χρονολογημένο νωρίτερα από την γέννησή του.

Εντούτοις τα πράγματα που έχει κάνει ο Κάρπεντερ είναι πάντα εκεί, στιβαρά, ρηξικέλευθα, ατόφια, επιτακτικά. Με μόλις 18 ταινίες για το σινεμά, έχει διψήφιες που κυμαίνονται ανάμεσα στο αξιόλογο και στο συναρπαστικό ακόμα κι αν, αναπόφευκτα, βρίσκεις ατέλειες σε ορισμένες από αυτές. Δεν πειράζει. Οι ατέλειες από μεγάλα ταλέντα συχνά στιγματίζουν με ωφέλιμη ένταση την καλλιτεχνία, τους χαρίζουν μια αδιάκριτη ματιά στην διαδικασία της δημιουργίας, στους μυριάδες παράγοντες που ένας δημιουργός πρέπει να συγκεράσει για να φτάσει στον στόχο του. Οι ατέλειες προδίδουν το τεντωμένο σχοινί που περπατά μια ταινία και οφείλει, ο κριτικός τουλάχιστον, να συναισθάνεται και να καταλαβαίνει.

Με το «Dark Star» του 1974 ο Κάρπεντερ, μαζί με τον συμφοιτητή του Νταν Ο' Μπανον (που αργότερα θα συνέγραφε το «Alien» και θα είχε την ευθύνη των εφφέ του «Πολέμου των Άστρων» - εδώ τον πρόσεξε ο Λούκας), θα παραδώσει με 60.000 δολάρια μια σκωπτική επιστημονική φαντασία με εφφέ που και σήμερα ακόμη ενθουσιάζουν. Δύο χρόνια μετά, η λατρεία στο κλασσικό αμερικανικό σινεμά είδους αποδίδει στην «Επίθεση στον Σταθμό 13», μια μεταγραφή του «Ρίο Μπράβο» αλλά κι ένα μινιμαλιστικό και μαζί χειμαρρώδες, exploitation δράσης και έντασης που σφραγίζει την γενιά του. Ο Κάρπεντερ γράφει και τη μουσική, κάνει με ψευδώνυμο το όνομα του Τζον Γουέιν στο «Ρίο Μπράβο» και το μοντάζ.

Το '78 είναι η σειρά της ταινίας που κάθε σύντομη μνεία υπολείπεται. «Η Νύχτα με τις Μάσκες» πάμφθηνη και πανάκριβη μαζί, στο λουσάτο σινεμασκόπ της, ταράζει συθέμελα το underground και οι σεισμικές δονήσεις φέρνουν πρωτοφανή τρόμο, σαρώνουν τα εισιτήρια, στοιχειώνουν κάθε θεατή της και δημιουργούν σ' ένα βράδυ ένα ολόκληρο είδος, το slasher (περισσότερα εδώ). Το «Ψυχώ», ο άρχοντας του είδους, παραήταν πρόωρο, το giallo δεν είχε την μορφική τελειότητα (παρότι σε giallo πρωτοβλέπεις την κάμερα πρώτου προσώπου στον δολοφόνο), έπρεπε να συμβεί «μια απλή ταινία τοποθετημένη στο Halloween», όπως έλεγε ο Κάρπεντερ, για να τ' αλλάξει όλα. Παρά το ότι ο κόσμος παραμιλούσε και η κριτική ως επί το πλείστον συνέπλεε, αναγνώριση ακαδημαϊκή δεν συνέβη ποτέ ιδιαίτερα, πλην του σημαντικού βραβείου των κριτικών στο μεγάλου prestige φεστιβάλ τρόμου του Αβοριάζ που κοσμούσε την σινεφιλική ανθρωπότητα από τις αρχές του '70 (Σπίλμπεργκ με «Duel» ο πρώτος του βραβευθείς) και για τα επόμενα 20 χρόνια. Κι έτσι όμως, αυτό το κινηματογραφικό ανάλογο του ντεμπούτου των Velvet Underground, ήταν η απαρχή μιας ολόκληρης γενιάς ταινιών και κινηματογραφιστών.

Το σερί συνεχίζεται δύο χρόνια μετά με την «Ομίχλη», μια πρωτότυπη ιστορία παραμυθιακού τρόμου και εκδίκησης, στην παράδοση των ταινιών του Βαλ Λιούτον, με μοναδικό της συγγενή στις εντυπωσιακές της πολιτικές προεκτάσεις τα «Σαγόνια του Καρχαρία» και χωρίς αντίπαλο στον χειρισμό του σινεμασκόπ, της εκτός κάδρου δράσης, του ήχου και των τρομακτικών απόηχων του less is more. Ο Κάρπεντερ, στο υπόστρωμα ενός mainstream, είναι πυρκαγιά, γράφει (το '78 έχει γράψει και τα «Μάτια της Λόρα Μαρς»), συνθέτει, σκηνοθετεί, υπερπολλαπλασιάζει τα λιλιπούτεια budget του, είναι περιζήτητος.

Το '81 κάνει την «Απόδραση από τη Νέα Υόρκη», μεταποκαλυπτικότητα και φουτουρισμός πριν την είσοδο του «Μπλέιντ Ράνερ», ταινία απόδρασης αλλά και αποδραστικότητας συν βέβαια την παρουσίαση του Σνέικ Πλίσκεν στα λαμπρά βιβλία των εμβληματικών χαρακτήρων μιας δεκαετίας με αρκετούς από δαύτους. Το '82 έρχεται η «Απειλή», πρώτη φορά με προϋπολογισμό σοβαρό στα χέρια του, πρώτη φορά και σκιάσεις προβλημάτων για έναν δημιουργό που ήταν γεννημένος να δουλεύει με μικρά συνεργεία, μικρές ιδέες μεγάλων επιπτώσεων, ελεγχόμενους προϋπολογισμούς. Η «Απειλή» σέβεται τις αρχές του (o Χοκς), έχει στιγμές μεγάλου σινεμά, τα πρώτα 20 λεπτά ανήκουν σε μια ελίτ σκηνοθεσιών, πέφτει όμως και στη λούμπα των γραφικών (και πρωτοποριακών) εφφέ του Ρομπ Μπότιν, γίνεται εξωστρεφής εκεί που ο Κάρπεντερ έχει πάντα το ζενίθ του στην εσωστρέφεια. Στα ταμεία υπάρχει κάποια ταινία ονόματι «Ε.Τ.», καμμία τύχη για οποιονδήποτε άλλον παρόμοιας (μα τελικά τόσο αντίθετης) θεματικής να βρει το κοινό του.

Απτοήτος, το 1983 επιστρέφει στο στοιχείο του, βάζει και το ροκ εν ρόλ του στη μαρμίτα, περιορίζει ξανά τον καμβά του και αυξάνει την ένταση. Η «Κριστίν» είναι παραβολή για το αγορίστικο μεγάλωμα, είναι «επαναστάτης χωρίς αιτία» από εκεί που δεν το περιμένεις, είναι φετιχιστική δήλωση και είναι βέβαια και αρχετυπικό horror από εκβολές που δεν θα φανταζόσουν ποτέ πριν – πάλι έξω από το «Duel» του συνήθους υπόπτου.

Το '84 έρχεται ο «Starman», μεγάλη ιστορία εδώ, μια ταινία για πολλά χρόνια στα σκαριά, η ιστορία που η Κολούμπια προτίμησε αντί του «Ε.Τ.» στέλνοντας τον Σπίλμπεργκ στην Universal (που ακόμα ασφυκτιά απ' τα γέλια), βγήκε και με καθυστέρηση, απέτυχε παταγωδώς στα ταμεία κι όμως είναι ένα ωραιότατο διαγαλαξιακό love story που χάρισε και μια υποψηφιότητα για όσκαρ στον Τζεφ Μπρίτζες. Αυτό είναι και το κοντύτερο που πέρασε ποτέ ο Κάρπεντερ από την Ακαδημία. Αυτά τα πράγματα δεν είναι για μας.

Το '86 κλείνει ένας κύκλος. «Χαμός στην Τσαϊνατάουν», εκκωφαντικού cult δράση και χιούμορ, αναντίρρητα μια από τις ταινίες που ορίζουν την αισθητική ξεγνοιασιά της δεκαετίας του '80, ατυχή εισιτήρια όμως, όχι σπουδαίες κριτικές και ο Κάρπεντερ μέσα σε οκτώ μόλις χρόνια από περιζήτητος περιέρχεται στην ανυποληψία. Αυτό δεν θα άλλαζε στην πραγματικότητα ποτέ έκτοτε.

«Ο Πρίγκηπας του Σκότους» και το «They Live» των δύο επόμενων ετών, είναι ένα run for cover του σκηνοθέτη σε θεματολογία και είδη παραγωγών που του πάνε πολύ, το δεύτερο ειδικά είναι εκτός από cult favourite και μια κάλλιστη, πολιτικά εναργής ταινία που έχει επανεκτιμηθεί ιδιαίτερα έκτοτε και τα δυο τους είναι ξανά εμπορικές επιτυχίες χάρη στο καρπεντερικό τους budget.

Η ταφόπλακα έρχεται τέσσερα χρόνια μετά, όταν τα στούντιο φαίνονται να ξαναπιστεύουν πως ο σκηνοθέτης έχει ακόμα το κοκκαλάκι. «Οι Περιπέτειες ενός Αόρατου Ανθρώπου» (1992) είναι μια βόμβα στα ταμεία που φέρνει τέσσερεις φορές κάτω τα λεφτά του προϋπολογισμού της, οι κριτικές είναι αιμοδιψείς (έχει επανεκτιμηθεί αρκετά η ταινία έκτοτε αλλά πότε έφερε αυτό τα αναδρομικά;) και ο Κάρπεντερ «μαζεύεται» μια και καλή. Ένας αυστηρά εργαστηριακός σκηνοθέτης δεν μπορεί ποτέ να αντέξει την βιομηχανική κλίμακα.

«Το Στόμα της Τρέλλα» (1994) είναι μια γοητευτική αναλαμπή, το «Village of the Damned» (1995) είναι ένα ριμέικ μόνο για κάτι ψώνια σαν κι εμάς, το σίκουελ της «Απόδρασης από το Λος Άντζελες» κάνουμε ότι δεν το θυμόμαστε (και είναι τεράστια εμπορική αποτυχία), τα «Vampires» του '98 είναι ένα φαν αμάλγαμα horror γουέστερν μοιάζει παλιό χωρίς να είναι απαραίτητα, το «Ghosts of Mars» είναι το ναδίρ του σκηνοθέτη.

Σχεδόν φάντασμα του εαυτού του ο Κάρπεντερ το καταλαβαίνει, η εποχή έχει αλλάξει, η σκυτάλη που παρέδωσε (και την πήραν πάμπολλοι, από τον Ταραντίνο και τον Τζέιμς Γκαν, μέχρι τον Γουάν – που σήμερα πάει να τα βγάλει πέρα με κάτι «Aquaman» - τον Ντελ Τόρο, τον Τζεφ Νίκολς και τον Έντγκαρ Ράιτ) μετέτρεψε και το θέαμα σε κάτι ανεξέλεγκτο. Λογικό, θα πεις, αυτό το σινεμά ήθελε την ευρεσιτεχνία του χαμηλού προϋπολογισμού, την γοητεία κι από μεριάς θεατή μιας παλιομοδίτικης εμπιστοσύνης στην αναστολή της δυσπιστίας.

Το 2005 o Κάρπεντερ μας έκανε ένα πολύτιμο τηλεοπτικό δώρο με το «Cigarette Burns» στην σειρά Masters of Horror, το 2010 άλλο ένα με το προθερμαντικό, νομίσαμε, και άδικα υποτιμημένο (όπως και εντελώς παλιομοδίτικο) «The Ward» και, όπως θα λέγαμε και για τον Κάιζερ Σόζε, ποτέ κανείς έκτοτε δεν άκουσε τίποτα γι' αυτόν. Αφοσιωμένος στην μουσική και τα βιντεοπαιχνίδια του, αποτραβηγμένος από μια εποχή που δεν του πάει (μέχρι και που τον «πέθαναν» τα fake news κάποια στιγμή), ο Κάρπεντερ είναι, για λίγους από εμάς, απομονωμένος στο δικό του ένδοξο και παρηκμασμένο Ζάναντου, ένας πρίγκηπας ενός σινεμά που δεν υπάρχει πια και μαζί του θα εξαφανιστεί κι αυτό στα αδυσώπητα ντουλάπια της κινηματογραφικής ιστορίας.