Τζιμ Κάρεϊ: Ο Τελευταίος Κλόουν ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
Advertisement
9:53
17/1

Τζιμ Κάρεϊ: Ο Τελευταίος Κλόουν

Σπανίζουν πια οι κλόουν, άλλαξαν τα γούστα του κόσμου και δεν γελάει «με τα ίδια», δύσκολο κιόλας πια να βρεις καταθλιπτικούς γελωτοποιούς με ακριβό ταλέντο. Με τον, 58χρονο σήμερα, Τζιμ Κάρει (μοιάζουν να) κλείνουν τα βιβλία μιας ένδοξης εποχής που έκανε υπεραιωνόβιες γενιές να γελούν με το σώμα αντί με το πρόσωπό τους μοναχά.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Κι η αλήθεια είναι πως το σλάπστικ του Τζιμ Κάρεϊ, έστω κι αν πολλές φορές λανθασμένα εξυπηρετημένο και διαχειρισμένο σε ταινίες κατώτερες της ιδιοφυίας και της υστερικά τελειοθηρικής εργασίας του πίσω από τις μούτες και την κινησιολογία του, είναι το (φαινομενικά τουλάχιστον) τελευταίο μιας αλυσιδωτής εποχής. Το σλάπστικ, η ακραία έκφανση της φυσικής/σωματικής κωμωδίας, έτσι κι αλλιώς είναι ιστορία εκατονταετιών, αλλά στο σινεμά ειδικότερα μεγαλούργησε.

Από τις άπειρες ιστορίες του βωβού και των γιγάντων της κωμωδίας αυτής (Κίτον, Τσάπλιν, Λόιντ, Λόρελ & Χάρντι, Άρμπακλ), στο πέρασμα του κλασικού χολιγουντιανού χειρισμού (Χοκς, Γ.Σ.Φιλντς, Στάρτζες) και φυσικά στις δεκαετίες του ’50-’60 που ανθοφορούν, μεταξύ άλλων, τα ταλέντα των Τζέρι Λιούϊς, Πίτερ Σέλερς και Ζακ Τατί (στην πιο ιδιότυπα «κομψή» εκδοχή του σλάπστικ) και κάμποσων ακόμα βέβαια, το κωμικό αυτό είδος γαλούχησε γενιές.

Σήμερα εξακολουθεί βέβαια να υφίσταται, ξέπνοο όμως πια, έτσι «απαλλαγμένο» που έχει καταντήσει από πραγματικούς καλλιτέχνες του. Μόνο ο τιτάνιος Ρόουαν Άτκινσον έχει απομείνει κι ενώ ολοφάνερα το πρεστίζ του στους φιλοθεάμονες είναι παγκόσμιας εμβέλειας, η κριτική και οι opinion makers παλεύουν να το κατευνάσουν. Το έχουν καταφέρει.

Ο Καναδός Τζιμ Κάρεϊ, κατάφερε επί χρόνια να διαδεχθεί στην σωματική και φυσιογνωμική ερμηνεία τον Τζέρι Λιούις, αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικότητα από την κριτική που μπερδεύει το γούστο της με την καλλιτεχνική σημασία και γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία για την αναλογική του 15ετία, που είναι και πάνω-κάτω ο «χρόνος ημιζωής» ενός σταρ - από την «Μάσκα» του ’94 μέχρι την υποτιμημένη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Ζεμέκις το 2009.

Ανάμεσα σε κωμωδίες που το feelgood επισκιάζεται συχνά από την θυελλώδη κωμική εκφορά του Κάρεϊ, παίρνοντας πάνω της φιλμ που συχνά δεν είναι παρά υποδεκτικές πλατφόρμες επίδειξης του ταλέντου του, ο Κάρεϊ χώρεσε και μερικές δραματικές ταινίες βεληνεκούς («Truman Show» - 1998, «Άνθρωπος στο Φεγγάρι» - 1999, «Κινηματογράφος Majestic» - 2001, «Η Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού» - 2004), χωρίς ωστόσο ποτέ να επιβραβευθεί με κάποιο μεγάλο βραβείο ή έστω μια υποψηφιότητα πλην μιας υποψηφιότητας της Ένωσης των συναδέλφων του Ηθοποιών και μιας BAFTA.

Κι όμως. Αυτό το τρελό παιδί που πρωτοείδαμε σε αξέχαστα περάσματα στο «Η Πέγκι Σου Παντρεύτηκε» (1986) του Κόπολα και στο τελευταίο Κάλαχαν («Dead Pool», 1988), που ζυμώθηκε υπομονετικά κι έπρεπε να περιμένει τα 32 του για να γίνει το ξέσπασμα που θα τον έκανε διάσημο, διαθέτει τέτοια κοιτάσματα τρομακτικά ζυγοσταθμισμένης ενέργειας (κι ας φαίνεται «υπερβολικός» στους επικριτές»), τέτοιο μιμητικό ταλέντο, τόσο γυμνασμένο στην πιο εξαντλητική γκριμάτσα πρόσωπο, όσο και μια παροιμιώδη αίσθηση του φακού, που μόνο οι μεγαλύτεροι του είδους μπορούν να αντιπαραβληθούν. Απλώς το είδος εξασθένησε, μαζί με τον «Κύριο Μπιν» (άλλη σχολή, ίδιος στόχος από τον Άτκινσον), η κωμωδία αυτή έμεινε μόνο με τα μικρά παιδιά θεατές της. Δεν πειράζει, ωραία παρέα έχουμε.

Πολλοί οι λόγοι γι’ αυτό, η ψυχολογία και η κοινωνιολογία είναι αρμοδιότερες να αποκριθούν, εμείς από τη μεριά μιας επιφανειακής ίσως ανάλυσης του μέσου και της επαφής του με την εποχή, το μόνο που θα λέγαμε θα ήταν ίσως πως η τσιρκολάνικη αντίληψη του κωμικού έχει ξεφτίσει, χρειάζεται μια άλλη οικονομία (πες την και φτώχεια) κι ένας ρομαντισμός εκ μέρους του θεατή, μια παιδικότητα ίσως, για να εκτιμήσει την φυσική κωμωδία. Στο κάτω-κάτω η γκριμάτσα θέλει και να μην παίρνεις στα σοβαρά τον εαυτό σου για να γελάσεις. Κι από ανθρώπους που δεν γελούν με τον εαυτό τους είμαστε πλήρεις.

Ο Τζιμ Κάρεϊ, ένας φοβερά ασταθής συναισθηματικά άνθρωπος στην ιδιωτική του ζωή, σε χρόνιο πόλεμο με την κατάθλιψη όπως τόσοι και τόσοι μεγάλοι κωμικοί (φυσικό, μόνο αν δεν σε αντέχεις πολεμάς τόσο ώστε να μεταμορφώνεσαι τέλεια σε άλλους), τα τελευταία χρόνια μοιάζει με έναν άλλον άνθρωπο που μπορείς να το διακρίνεις από τις φωτογραφίες, από το καταπληκτικό «Jim & Andy: The Great Beyond» του 2017 (ένα ντοκιμαντέρ που μνημονεύει λεπτομερώς την περσόνα Κάουφμαν που είχε ενστερνιστεί ο Κάρεϊ καθ’ όλη την διάρκεια των γυρισμάτων του «Άνθρωπος στο Φεγγάρι» του Μίλος Φόρμαν, οδηγώντας σε παράκρουση άπαντες συνεργάτες, με πρώτον τον ίδιο τον Φόρμαν!) κι από τις επιλογές (το «Dark Crimes» του Αβρανά).

Με το τηλεοπτικό «Kidding», που ο υπογράφων δεν έχει ίδια γνώση, ο Κάρεϊ ξαναβρήκε τον Μισέλ Γκοντρί (κι όλοι απηχούν μια ευτυχή συνεύρεση), δηλώνει πως έχει συνέλθει τόσο από την κατάθλιψη όσο και από την χρόνια μανιακή προσπάθεια να γίνεται κάποιος άλλος για να είναι αποδεκτός.

Δεν έχουμε παρά ευχηθούμε να είναι γερός. Όπως ελπίζουμε και να επανεκτιμηθεί κάποτε και ο ίδιος σαν καλλιτέχνης. Για την σκληρή δουλειά που έκανε, για το γέλιο που μας χάρισε και για το ίχνος στην ιστορία του είδους του που δεδομένα αφήνει.