15:51
22/7

Τζέιμς Γουέιλ: Η ζωή σε άσπρο-μαύρο

Μία ζωή γεμάτη Θεούς και Δαίμονες. Τιμάμε τον σαν σήμερα γεννημένο Τζέιμς Γουέιλ (22 Ιουλίου 1889), τον σπουδαίο σκηνοθέτη της «Νύφης του Φρανκενστάιν» και του «Αόρατου Ανθρώπου» μέσα από τις έντονες αντιθέσεις που έδωσαν πνοή στο έργο και τη ζωή του.

Από την Ιωάννα Παπαγεωργίου

Ξεδιπλώνοντας το κουβάρι της προσωπικής ιστορίας του Γουέιλ, τίποτα δεν μένει το ίδιο, παρά μόνο το κοστούμι και τα ξανθά μαλλιά του. Γεννημένος το 1889 (μαζί με τον Τσάρλι Τσάπλιν και Αδόλφο Χίτλερ), σε μια φτωχή εγγλέζικη πόλη ανθρακωρύχων, δεν κατάφερε ή (πιο σωστά) δεν προσπάθησε ποτέ να περιορίσει το πνεύμα του σε μία μόνο τέχνη. Δούλευε ως σκιτσογράφος στον περιοδικό Τύπο όταν ξέσπασε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και το καθήκον του απέναντι στην πατρίδα τον έστειλε στα χαρακώματα. Εκεί έπεσε στα χέρια Γερμανών, οι οποίοι τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η απραξία και η μιζέρια, όμως, διόλου δεν ταίριαζαν στην ιδιοσυγκρασία του νεαρού Άγγλου, που αποφάσισε να γεμίσει τους νεκρούς χρόνους της αιχμαλωσίας του με δημιουργικό τρόπο: ανεβάζοντας θεατρικά έργα, στα οποία συνήθως πρωταγωνιστούσε. Το σανίδι τον είχε συνεπάρει και όταν, μετά τον πόλεμο, ανέκτησε την ελευθερία του, δεν το πρόδωσε.

Ως ηθοποιός στην αρχή και ως παραγωγός στη συνέχεια, κατέκτησε τη φημισμένη θεατρική χώρα του Λονδίνου, φτάνοντας στο απόγειο της φήμης του το 1928 χάρη στην υπερ-επιτυχημένη παραγωγή του για το «Journey's End» του Ρ.Σ.Σέριφ. Η συγκεκριμένη παράσταση του εξασφάλισε ένα πολύτιμο εισιτήριο για το Μπρόντγουεϊ της Νέας Υόρκης και ο Γουέιλ εγκατέλειψε οριστικά τα πάτρια εδάφη.

Στο Νέο Κόσμο, το οξυδερκές ταλέντο του κοστουμαρισμένου νεαρού δεν πέρασε απαρατήρητο, ιδιαίτερα από την έφηβη ακόμα τέχνη του σινεμά. Πρώτη η Paramount του ανέθεσε τη συγγραφή διαλόγων για το «Hell's Angels» (1930) του Χάουαρντ Χοκς, και του εμπιστεύτηκε, λίγους μήνες αργότερα, την καρέκλα του σκηνοθέτη για την κινηματογραφική εκδοχή του «Journey's End». Ακολούθησε το «Waterloo Bridge» (1931) με την Μπέτι Ντέιβις και το θέατρο αποχαιρέτησε για πάντα έναν από τους πολλά υποσχόμενους δημιουργούς του. Ήταν η εποχή που η Universal ετοιμαζόταν να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τον «Φρανκενστάιν» της Μέρι Σέλεϊ, με σκηνοθέτη τον Ρόμπερτ Φλόρι και πρωταγωνιστή τον Μπέλα Λουγκόζι. Όταν ο τελευταίος αρνήθηκε τον ρόλο, λόγω του απαιτητικού μακιγιάζ, το στούντιο εναπόθεσε το σχέδιο στα χέρια του άρτι αφιχθέντα από την Paramoutn Γουέιλ, ο οποίος με τη σειρά του εμπιστεύτηκε στον φίλο του, Μπόρις Καρλόφ, τον ρόλο του Τέρατος. Παρά τις ατέλειές του, τούτος ο «Φρανκενστάιν» έμελλε να αφήσει ανεξίτηλο το εκτόπισμά του στην παγκόσμια κινηματογραφική ιστορία.

Εμπνευσμένος από τον εξπρεσιονισμό του Φριτς Λανγκ και του Μούρναου, ο Γουέιλ πότισε τα γοτθικά σκηνικά του και την ατμόσφαιρα των πλάνων του με τα συναισθήματα και τις διαθέσεις των ηρώων του. Ο ευρύχωρος και ψηλοτάβανος πύργος που «αγκαλιάζει» στοργικά τη μεγαλομανία του δόκτορα Φρανκενστάιν, για παράδειγμα, γίνεται κλειστοφοβικός και απειλητικός όταν το δύσμορφο τέκνο του έρχεται στη ζωή χωρίς να γνωρίζει το πώς ή το γιατί. Κι ενώ ο Καρλόφ ερμηνεύει με σιωπηλό πάθος την τραγική απορία του ήρωά του, ο σκηνοθέτης τον παρακολουθεί με μελαγχολικό λυρισμό, συμπάθεια και ανεκτικότητα. Τελικά, τρόμο δεν προκαλεί αυτό το έκπτωτο πλάσμα με τις βίδες στο λαιμό, αλλά η αδυναμία του πατέρα-δημιουργού του και των «φυσιολογικών» συνανθρώπων του να το περιθάλψουν ή να το κατανοήσουν, έστω και λίγο. Παρά το σχετικό happy-end που επέβαλε το στούντιο (ο Δρ. Φρανκενστάιν δεν πεθαίνει), η ταινία κλείνει αφήνοντας την πικρή γεύση μιας ιδιοφυούς ειρωνείας: το Τέρας βρίσκει τη λύτρωση στη φωτιά, εκείνη που φοβόταν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Η επιλογή του Γουέιλ να αφουγκραστεί τον προβληματισμό της Μέρι Σέλεϊ και να αντιστρέψει τους όρους, αναγνωρίζοντας ως θύμα το Τέρας και θύτη ολόκληρο τον συνηθισμένο περίγυρό του, ξάφνιασε το αθώο κοινό της εποχής. Ο «Φρανκενστάιν» γνώρισε τεράστια επιτυχία και πολύ σύντομα οι ταινίες τρόμου στοίχειωσαν τη μεγάλη οθόνη. Ήρωας πλέον στα μάτια της Universal, ο Άγγλος σκηνοθέτης κλήθηκε - φυσικά - να συνεχίσει να υπηρετεί το κινηματογραφικό είδος που τον έκανε διάσημο. Αν και όχι ενθουσιασμένος με την ιδέα (τότε ο τρόμος ήταν είδος που χώραγε αποκλειστικά μόνο στα b-movies), συνέχισε τις σκοτεινές αναζητήσεις του, διαλέγοντας προσεκτικά τους συνεργάτες του. Στο «The Old Dark House» (1932) βάζει τα θεμέλια για την κινηματογραφική μυθολογία των στοιχειωμένων σπιτιών και μας συστήνει την «ύπουλη» ικανότητά του να μπερδεύει τέλεια την κωμωδία (βλέπε και παρωδία) με τον τρόμο. Καθώς η Γκλόρια Στιούαρτ (πολύ πριν τον «Τιτανικό» του Κάμερον!) και ο Ρέιμοντ Μάσεϊ γίνονται μάρτυρες στην παρακμή μιας τυπικά αγγλικής οικογένειας, οι διάλογοι βρίθουν από ατάκες ανθολογίας.

Σε ανάλογο κλίμα σήψης, μ' ένα χιούμορ όμως πολύ πιο κυνικό και διεστραμμένο, εξελίσσεται και το «The Invisible Man» (1933). Βασισμένο στο μυθιστόρημα του Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς, ακολουθεί την πορεία προς την τρέλα ενός επιστήμονα ο οποίος κάνει τον εαυτό του αόρατο, με μια φόρμουλα δικής του έμπνευσης. ο Κλοντ Ρέινς, που κρατούσε τον πρώτο όλο, έγινε σταρ εν μια νυκτί, αν και παραμένει αφανής καθ' όλη σχεδόν τη διάρκεια της ταινίας: είτε καλυμμένος με επιδέσμους είτε... αόρατος, χάρη στα αξιοθαύμαστα ειδικά εφέ (που επιτεύχηθηκαν με την κινηματογράφιση ενός στάντμαν τυλιγμένου με μαύρο βελούδο, μπροστά σε μαύρο βελούδινο ταμπλό).

Δυο χρόνια αργότερα, ο Γουέιλ έφερε στη ζωή το αριστούργημά του. Η Έλσα Λάντσεστερ ενσάρκωσε και τη Μέρι Σέλεϊ και τη Νύφη του Τέρατος, ο Μπόρις Καρλόφ έδωσε φωνή στην απελπισία του ήρωά του και το σίκουελ ξεπέρασε το πρωτότυπο. Στη «Νύφη του Φρανκενστάιν» οι κωμικές πινελιές τονίζουν τη σκληρή παραμόρφωση μιας κοινωνίας που θέλει να θεωρείται κανονική, σε αντιπαράθεση με την ευγενική «βαρβαρότητα» ενός όντος που έτυχε να γεννηθεί διαφορετικό και επιθυμεί, απλά, να επικοινωνήσει. Η μοναξιά του συναντά και διπλασιάζεται από την παρουσία της γυναίκας που έπλασαν γι' αυτόν. Δεν διαθέτει τις απαντήσεις στα ερωτήματά της, κι εκείνη, αιφνιδιασμένη από την ύπαρξή της δεν προλαβαίνει να συνειδητοποιήσει και να μοιραστεί μαζί του τον πόνο της. Η ταινία αποτελεί μία από τις καλύτερες ταινίες τρόμου στη ζωή του σελιλόιντ, καθώς και (δυστυχώς) την τελευταία σπουδαία δουλειά του Γουέιλ.

Η ανάγκη του να αλλάζει τρόπους έκφρασης, φοβούμενος τη ρουτίνα της στασιμότητας, τον απομάκρυνε αποφασιστικά από το σινεμά του τρόμου. Δοκίμασε τη σκηνοθετική του μπαγκέτα σε άλλα κινηματογραφικά είδη, υπογράφοντας έντεκα ακόμα φιλμ. Από αυτά ξεχωρίζουν το πολυαγαπημένο του μουσικό μελόδραμα «Show Boat» (1936), το βιογραφικό «The Great Garrick» (1937) και το εμπορικά επιτυχημένο «Ο Άνθρωπος με το Σιδηρούν Προσωπείο» (1939), ενώ η περιπέτεια «Green Hell» χαρακτηρίστηκε από τους Times της Νέας Υόρκης ως «η χειρότερη ταινία του 1940». Ένα χρόνο αργότερα, ο (πάντα) ξανθός, κοστουμαρισμένος κύριος εγκατέλειψε το σινεμά και αφιερώθηκε στη ζωγραφική.

Ο Τζέιμς Γουέιλ δεν κολυμπούσε. Φοβόταν το νερό. Η πισίνα μπροστά στο σπίτι του, στην Καλιφόρνια, ήταν αξεσουάρ απαραίτητο μόνο για την κοινωνική του ζωή. Πλάι στα ατάραχα νερά της χόρεψαν και διασκέδασαν αμέτρητοι ωραίοι και ουκ ολίγον φιλόδοξοι νεαροί, απαλύνοντας έτσι τη μοναξιά του οικοδεσπότη τους, σε τούτο τον κόσμο που ακόμα φοβάται κι απορρίπτει το διαφορετικό. Ο Γουέιλ δεν προσπάθησε να κρύψει την ομοφυλοφιλία του του, αλλά ποτέ δεν τη διαφήμισε, παραμένοντας μέχρι τέλους μια από τις πιο αινιγματικές φυσιογνωμίες που πέρασαν ποτέ από την Πόλη των Αγγέλων. Όταν η απουσία του αγαπημένου του Ντέιβιντ Λιούις έγινε αβάσταχτη, ο Γουέιλ (όπως και το Τέρας του) βρήκε τη λύτρωση στο στοιχείο που φοβόταν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: το νερό. Βουτώντας για πρώτη και τελευταία φορά στην πισίνα του, φορούσε ακόμα το κοστούμι του.

Σήμερα, 130 χρόνια από τη γέννησή του, ανατρέξτε άφοβα στις τρομακτικές κινηματογραφικές ιστορίες του και δείτε επίσης το βραβευμένο με Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου «Θεοί και Δαίμονες» (1998) του Μπιλ Κόντον με τη μαγική (και δυστυχώς όχι οσκαρική, κέρδισε ο Ρομπέρτο Μπενίνι) ερμηνεία του Ίαν ΜακΚέλεν στο ρόλο του Τζέιμς Γουέιλ.