12:03
14/3

Ιζαμπέλ Ιπέρ: Το ελάχιστο Φαίνεσθαι στην υπηρεσία του μέγιστου Είναι

Ακόμα κι εκείνοι που δεν γοητεύονται ή δεν συναινούν στην μεγαλειότητά της, ένα πράγμα δεν μπορούν να της αρνηθούν: Το ότι είναι μια μανιακά εργαζόμενη ηθοποιός, που επιχειρεί - ή και καταφέρνει - να τελειοποιεί διαρκώς την τέχνη της μέσα από σωρεία πρωταγωνιστικών συμμετοχών στο σινεμά (όλου) του κόσμου. Αυτή την εβδομάδα την βλέπουμε στην «Χήρα» του Νιλ Τζόρνταν.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Κόρη δασκάλας αγγλικών και κατασκευαστή χρηματοκιβωτίων, η γεννημένη στο Παρίσι Ιπέρ σπούδασε υποκριτική στην Εθνική Δραματική Σχολή της Γαλλίας και πριν τα 20 της βρέθηκε για πρώτη φορά μπροστά στον φακό. Έκτοτε, για την ακρίβεια από το 1971 και για τα επόμενα 48 χρόνια, δεν έχει υπάρξει ούτε μία χρονιά κατά την οποία η Ιπέρ να μην συμμετείχε πρωταγωνιστικά και μη σε τουλάχιστον ένα έργο το χρόνο. Μιλώντας για εργασιακή ηθική κι επαγγελματισμό.

Φυσικά επαγγελματίες στον άγριο χώρο της ηθοποιίας υπάρχουν πολλοί, το ερώτημα είναι τι φέρνουν στην τέχνη τους και πόσο αυτό αναγνωρίζεται από ένα κάποιο κοινό. Η Ιπέρ φέρνει μια παγωμένη ερμητικότητα, μια συναισθηματική ένταση που φαινομενικά διατηρεί την κράση της ακόμα και πολύ μετά τα αποκαΐδια, έναν ας τον πούμε ιδιαίτερο αλλά οξύ ερωτισμό και μια, προσωπικά μιλώντας, απόλυτη εγκυρότητα «αντιδραματικού» ηθοποιού που δεν καμώνεται ποτέ για να κερδίσει την συμπάθεια του θεατή. Στην Ιπέρ μπορείς να πλησιάσεις, μπορείς να νομίσεις πως συμπεραίνεις, δεν μπορείς όμως να αγγίξεις. Η ίδια οπωσδήποτε το γνωρίζει αυτό καλά και σε συνδυασμό μ’ ένα γερό ερμηνευτικό ένστικτο πλάθει χαρακτήρες που ακόμα κι όταν το φιλμ γκρεμίζεται (δεν γίνεται σε 150 ταινίες να μην αστοχήσεις) η ίδια μοιάζει αλώβητη. Η κράση που λέγαμε.

Τις αρετές αυτές έχουν εκτιμήσει σκηνοθέτες διαμετρήματος, ως επί το πλείστον στην χώρα της αλλά και ένας εντυπωσιακός αριθμός αλλοεθνών που χρειάστηκαν την στόφα της κι εκείνη απαίτησε την άσκηση, την δουλειά και, συχνά, την καλλιτεχνική πρόκληση. Το αποτέλεσμα αυτού είναι μια καριέρα επίζηλης διάρκειας και αξιοσημείωτης, εντελώς ασυνήθιστης, υψηλής περιωπής που αποδεικνύουν μια ηθοποιό περιζήτητη και ευπροσάρμοστη στην αλλαγή των εποχών και των αιτημάτων.

Ας δούμε (μόλις) πέντε ταινίες μιας καριέρας-ποταμού που ρέει κι ανανεώνεται διαρκώς:

«Violette Nozière» (1978) του Κλοντ Σαμπρόλ
Δεν θα ήταν υπερβολή να σημειωθεί πως το στερεότυπο, αν υπάρχει, της Ιζαμπέλ Ιπέρ ως μιας δισυπόστατης περσόνας, οφείλεται σ’ αυτό το έργο. Ο Σαμπρόλ, ανέκαθεν μάστορας των μυστικών, των ψεμμάτων και της εγκληματικής δυνατότητας της μπουρζουαζίας, παίρνει μια αληθινή ιστορία και δίνει στην Ιπέρ τον ρόλο μιας «μαθήτρια το πρωί, πόρνη το βράδυ» κόρης που αντιμετωπίζει «κατάλληλα» την οικογένειά της. Στο πως η Ιπέρ (εδώ μια πανέμορφη ενζενί) φορά το ένα πρόσωπο πάνω στο άλλο, στο πως γεννά δυο αντίθετους χαρακτήρες και στο πως το «σα να μη συμβαίνει τίποτα» βλέμμα της γεννιέται, κατηγορείς κι ευχαριστείς τον Σαμπρόλ. Βραβείο ερμηνείας στις Κάννες.

«Το Ξεκαθάρισμα» («Coup de torchon», 1981) του Μπερτράν Ταβερνιέ
Προτού ένας Γιώργος Λάνθιμος καταπιαστεί με τη νουβέλα του Τζιμ Τόμσον, ο Ταβερνιέ έπαιρνε τον Νουαρέ (που του ανήκει το έργο), την Ιπέρ (που ερχόταν από ένα επτάμηνο στην «Πύλη της Δύσεως» του Τσιμίνο) και την Στεφάν Οντράν (που έκανε τη μαμά της στην «Βιολέτ») και τους πήγαινε στην καυτή Σενεγάλη σ’ ένα θαυμάσιο κατάφωτο νουάρ, όπου η Ιπέρ είναι θύμα βάναυσης μεταχείρισης, είναι σέξι, είναι και μοιραία με τον τρόπο της. Ο Ταβερνιέ είναι ένας μεγάλος δεξιοτέχνης στυλίστας, δεν χαίρει αναγνώρισης δυστυχώς εκτός Γαλλίας, όμως τούτο, φαταλιστικό και αγριεμένο έτσι όπως είναι στον ήλιο, τη σκόνη και τις μύγες της Σενεγάλης, έφτασε ως τα Όσκαρ και το προλαβαίνετε μέχρι να το κάνει αλλιώς ο φορμαρισμένος Λάνθιμος.