11:55
16/5

Χένρι Φόντα: Η Αγία Απλότητα

Η καταδίκη του υπερθετικού. Εισερχόμενος στο hall of fame της κλασικής εποχής συλλαμβάνεις τον εαυτό σου χωρίς πολλές επιλογές, ιδίως αν αφήσεις την κρίση σου ελεύθερη από το ευρέως εννοούμενο «προσωπικό γούστο». Με τον «πατριάρχη» Φόντα έτσι κι αλλιώς δεν κινδυνεύεις όμως, πρόκειται περί ενός εκ των ηχηρότερης σπουδαιότητας του κλασικού Χόλιγουντ.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ο Φόντα, όπως ίσως μόνο ο Μπόγκαρτ και ο Μίτσαμ από εκείνη την εποχή, ορίζει το less is more. Η Μέθοδος εν πολλοίς κατέστησε ανεπίκαιρη αυτή την σπουδαία (όχι μόνο ερμηνευτικά) ιδιότητα, όμως αυτό δεν αλλάζει τον αντίκτυπό της στον σημερινό θεατή που δεν συγκινείται από την υπερβολή της χειρονομίας, της γκριμάτσας, του θορύβου. Οι ηθοποιοί της κλασικής εποχής παρουσιάζονταν στο πλατώ κι έλεγαν τα λόγια τους εμπιστευόμενοι έναν χαρακτήρα (δραματουργικό αλλά και δικό τους) που έβγαζε τα κάστανα απ’ την φωτιά φορτώνοντας το κείμενο με όσα χρειαζόταν.

Ήταν βέβαια κι άλλος ο κόσμος. Ο Φόντα έφτασε στο Χόλιγουντ χωρίς δεκάρα, έκανε ότι δουλειά υπήρχε, έκανε και παρέα – ισόβια θα ήταν – με τον Τζίμι Στιούαρτ (πόσο ωραίο όμως όταν ηθοποιοί που σου αρέσουν μαθαίνεις ότι έκαναν και παρέα) και τον Τζον Γουέιν και τον Γκάρι Κούπερ – αρκεί βέβαια να μην μιλούσαν πολιτικά. Σφοδρός Δημοκρατικός ο Φόντα, κραταιοί Ρεπουμπλικάνοι αυτοί, οι αντιδικίες έδιναν κι έπαιρναν. Ήταν βέβαια ωραίος Δημοκρατικός κι ο Φόντα, όχι σαν την κόρη του που το γύρισε στον εξωαριστερό ακτιβισμό και πήγαινε και φωτογραφιζόταν με τα αντιαεροπορικά των βιετναμέζων (απολογήθηκε χρόνια αργότερα, δεν ήξερα δεν καταλάβαινα…). Ήταν τόσο ωραίος ώστε να αποφασίσει πως θα πάει και να πολεμήσει στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο (στον Ειρηνικό ήταν) αντί να κουβεντιάζει τον πασιφισμό ενόσω η ανθρωπότητα απειλούνταν. Ως οικογενειάρχης πάντως φημολογείται πως δεν ήταν και ο προσιτότερος μπαμπάς του κόσμου, αλλά αυτό δεν είναι δική μας δουλειά.

Η πρώτη μεγάλη ταινία για τον Φόντα έρχεται το 1937 με το «You Only Live Once» του Φριτς Λανγκ, ένα πρωτονουάρ στο οποίο υποδύεται έναν πρώην κατάδικο που δεν μπορεί να στήσει λόγω αυτού τη ζωή που ονειρεύεται και, τυπικά λανγκικά, πέφτει στον μύλο της μοίρας και του φαταλισμού του σκηνοθέτη. Ωραία ταινία, ιστορικά κι αισθητικά σημαντική.

Αργότερα ο Φόντα πέφτει στην πάντα ωφέλιμη αγκαλιά του Τζον Φόρντ, αρχικά με δυο ταινίες του ’39, τον «Νεαρό Κύριο Λίνκολν» (ταιριαστός και ιδεώδης) και το εγχρωμότατα ωραίο «Τα Τύμπανα των Μοχόκων» μαζί με την Κλοντέτ Κολμπέρ. Την επόμενη χρονιά έρχονται, ξανά με τον Φορντ, «Τα Σταφύλια της Οργής», χαλάει ο κόσμος τότε με το βιβλίο, χαλάει και με την ταινία, εδώ λογίζεται ένας πρώτος προσωπικός θρίαμβος. Με τον Φορντ – που επίσης δεν ήταν και πολύ των φιλελευθερισμών – ο Φόντα είχε μια σχέση βαθιάς εκτίμησης, τόσο που να αντέχει και το γεγονός πως κάποια χρόνια αργότερα αλληλογρονθοκοπήθηκαν στο σετ του «Κυρίου Ρόμπερτς» (1955). Ο Φόντα ορκίστηκε να μην ξανασυνεργαστεί μαζί του, το τήρησε, η εκτίμηση όμως παρέμεινε. Με τον Φορντ συνεργάστηκαν ακόμα στην μέγιστη «Αγαπημένη μου Κλημεντίνη» (1946, αμέσως μετά την στράτευσή του), τον εξπρεσιονιστικό, θρησκευτικό «Φυγά» (παραγνωρισμένο έργο) και το πρώτο μέρος της «Τριλογίας του Ιππικού», το «Φορτ Απάτσι» (1948) που υποδύεται έξοχα τον σαλεμένο διοικητή (απέναντι στον ήπιο Γουέιν!) που οδηγεί στην σφαγή τους στρατιώτες του.

Εμβόλιμα να αναφερθούν δύο έργα ενδεικτικά του ταλέντου του. Το ένα είναι το εξαίσιο «προοδευτικό» γουέστερν «The Ox-Bow Incident» (1943, Γουίλιαμ Γουέλμαν) με θέμα την φρίκη του δολοφονικού όχλου και το άλλο είναι βέβαια η εξωφρενικά διασκεδαστική «Lady Eve» του Πρέστον Στάρτζες που (όπως και το «Rings on her Fingers» της επόμενης χρονιάς του Μαμούλιαν) αποκαλύπτουν το εκνευριστικά αβίαστο κωμικό ταλέντο του ηθοποιού. (Αυτό το «αβίαστο» είναι που θύμωνε και την Τζέιν που σκοτωνόταν στη δουλειά με την Μέθοδο του γείτονα Στράσμπεργκ και δεν χώνευε που ο πατέρας της απλά εμφανιζόταν και τα έλεγε).