10:46
13/5

Χάρβεϊ Καϊτέλ: Στη σκιά της «Μεθόδου»

80 ετών σήμερα ένας στέρεος εκπρόσωπος της μεγάλης αμερικανικής σχολής της «Μεθόδου», που τα μεγάλα βραβεία έχουν περίπου συνολικά, και άδικα, περιφρονήσει, όμως οι σκηνοθέτες αγαπούν πολύ κι εκείνος ανταποδίδει αξέχαστες παρουσίες.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Και η αλήθεια είναι πως όταν λέμε αξέχαστες το εννοούμε και μάλιστα σε βαθμό που να ακυρώνει το νόημα μιας επιλογής 5άδας ρόλων. Τι να διαλέξεις δηλαδή; Τους «Κακόφημους Δρόμους», τον «Ταξιτζή», το «Bad Timing», τον «Τελευταίο Πειρασμό», το «Reservoir Dogs» ή το «Bad Lieutenant»;

Υπάρχουν παρουσίες και ρόλοι τόσο χαρακτηριστικοί, τόσο επισφραγιστικοί της ψίχας των έργων, τόσο κεντρικοί στην καριέρα κάποιων σκηνοθετών, που δεν είναι υπερβολή να πούμε πως μια βασική μεριά του άξιου αμερικανικού σινεμά από το ‘70 ως το 2000 είχε κάπου τον Καϊτέλ καθήμενο σεμνά κι αθόρυβα σε μια γωνιά του Δείπνου.

Απλώς αυτό που ένας επικριτής θα του καταλόγιζε, που γιατί δεν βλέπω, ο Καϊτέλ δεν μαγνητίζει την επίκριση, δεν απασχολεί τα media, δεν φωτογραφήθηκε ποτέ, είναι πως το Μπρούκλιν, η «γειτονιά», μια κάπως μονοσήμαντη περσόνα, δεν φεύγουν εύκολα από πάνω του. Και τι έγινε; Κι ο Τζον Γουέιν έτσι είναι, κι ο Ρόμπερτ Μίτσαμ έτσι είναι, κι ο Γκάρι Κούπερ που τα λέγαμε την περασμένη εβδομάδα έτσι είναι. Η αμερικανική σχολή βάζει τη φάτσα της στο μικροσκόπιο, δεν κρύβεται ποτέ, το ρίσκο είναι αυτό της άμεσης έκθεσης. Απλώς ο Καϊτέλ το κάνει με την πρόβα της Μεθόδου από πίσω. Εξονυχιστικά, αφάνταστα προσηλωμένα και πάνω απ’ όλα πάντοτε εξυπηρετικά. Κι αυτό το εκτιμάς.

Έκανε το ντεμπούτο του στο πρώτο έργο του Σκορσέζε («Who’s than Knocking at my Door», 1967), θα είναι και στον «Irishman» φέτος, 52 χρόνια μετά, χαλύβδινη σχέση με τον Μάρτι κι ας προτιμήθηκε από ένα σημείο και μετά ο ΝτεΝίρο. Ο Καϊτελ ήταν πρωταγωνιστής στο ντεμπούτο του Ρίντλεϊ Σκοτ, το αξιοπρόσεκτο και εικαστικά μνημειώδες «Οι Μονομάχοι» (1977), την επόμενη χρονιά ήταν στο τεράστιο cult «Fingers» του Τζέιμς Τόμπακ, γνωριμία που 14 χρόνια μετά, στο γραμμένο από τον Τόμπακ «Bugsy» του Λέβινσον, θα έφερνε στον Καϊτέλ την μοναδική περίπτωση που η δουλειά του αναγνωρίστηκε κάπως ακαδημαϊκά  - με μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Β’ Ρόλου.

Η έκρηξη από το «Η Αλίκη δεν Μένει πια Εδώ» του Μάρτιν Σκορσέζε (1974)

Συνεργάστηκε με τον ιδιωματικό Άλαν Ρούντολφ (αγαπημένο παιδί του Άλτμαν) στην πρώτη αξιοπρόσεκτη ταινία του σκηνοθέτη («Welcome to L.A.», 1976), συμπρωταγωνίστησε στο ντεμπούτο του Πολ Σρέϊντερ («Θανάσιμη Απειλή», 1978) δυο χρόνια μετά τον «Ταξιτζή» (1976, που είχε τον ρόλο του νταβατζή με το κόκκινο νύχι και την ινδιάνικη χαίτη- αξέχαστος) και μπήκε στο δύσκολο ‘80 μ’ έναν ρόλο δίπλα στον Τζακ Νίκολσον στον «Άνθρωπο των Συνόρων» του Τόνι Ρίτσαρντσον. Με τον Νίκολσον έγιναν φίλοι, θα ξανασυναντηθούν οκτώ χρόνια μετά στο σίκουελ της «Chinatown» που γύρισε ο ίδιος ο Νίκολσον και, άδικα, κανείς δεν θυμάται επειδή το συγκρίνουν με το άφθαστο πρώτο έργο. Να το δείτε.

Η δεκαετία του ‘90 θα φέρει αναγέννηση, λέγε με Ταραντίνο και Mr. White στο «Reservoir Dogs» (στο οποίο ο Καϊτέλ, αυτός ο χαρακτήρας είναι, μπήκε και παραγωγός για να βοηθήσει να γίνει) και, να το πούμε αυτό, έφερε ένα κύρος στο έργο που το κουβάλησε στην αγορά και τους διανομείς μέχρι να το παραλάβει το κοινό και να γίνει ό,τι έγινε. Μαζί με το «Bugsy» ήρθε και το «Bad Lieutenant» του Φεράρα, μνημείο σκότους και παράδοσης στον ρόλο, όταν ο Σκορσέζε είχε αρχίσει να λοξοδρομεί, ο Καϊτέλ υπενθύμιζε εμμονές και κατευθύνσεις που όρισαν μιας φιλμογραφία. Συνταρακτικός.

Ο ρόλος στα «Μαθήματα Πιάνου» ήταν πιο μακριά απ’ το Μπρούκλιν απ’ όσο η Αμερική από τη Νέα Ζηλανδία, για την ταινία τα λέει η ιστορία ας μην προκαλέσουμε το κοινό αίσθημα εμείς, ο Καϊτέλ πάντως σπουδαίος αλλά και έξω από τις οκτώ υποψηφιότητες του έργου. Αδικία - αν κι εκείνη η χρονιά είχε μια ιλιγγιώδη πεντάδα στον δεύτερο ανδρικό. Το ‘93 είναι κασαβετικά μεγαλειώδης στο «Επικίνδυνο Παιχνίδι» του Φεράρα (που μέχρι και η Μαντόνα είναι σπουδαία), βγάζει μεροκάματο στον «Ανατέλλοντα Ήλιο» του Κάουφμαν, πάλι σε ρόλο αστυνομικού (όπως και στο «Θέλμα και Λουίζ» ή το «Copland» του ’97 – αλλά και αναρίθμητα άλλα), λέει ένα γεια στο «Pulp Fiction» για να έρθει το αγαπημένο (μου) ’95 με έναν ρόλο στον Αγγελόπουλο και το «Βλέμμα του Οδυσσέα», δύο στην υπέροχη νεοϋορκέζικη διλογία του Γουέιν Γουάνγκ («Καπνός» και «Blue in the Face»), που παίζει έναν αξιαγάπητο ιδιοκτήτη ψιλικατζίδικου και περνούν όλοι (μα όλοι) από κει κι έναν στο «Clockers» του Σπάικ Λι (πάλι αστυνομικός). Το σινεμά που αγαπούσαμε τότε, είχε παντού Καϊτέλ.

Από το «Επικίνδυνο Παιχνίδι» του Έϊμπελ Φεράρα (1993)

Από το μυθικό (μας) «Copland» του ’97 (Σταλόνε, ΝτεΝίρο, Λιότα, Καϊτέλ, Σιόρα και Σπρίνγκστιν – μια φορά γίνονται αυτά) και τον «Ιερό Καπνό» της Κάμπιον μέχρι σήμερα, ο εορτάζων δεν σταματά να εργάζεται με ασθματικούς ρυθμούς, δίπλα στο κύκλωμα («Taking Sides» του Ίστβαν Ζάμπο με θέμα την μεταπολεμική ανάκριση Φουρτβένγκλερ) ή και μέσα σε αυτό («Κόκκινος Δράκος», «National Treasure» διλογία – αστυνομικός και στα δύο…), ενώ βέβαια ήταν και στην «Νιότη» του Σορεντίνο και στις ταινίες του Γουές Άντερσον («Έρωτας του Φεγγαριού» και «Grand Budapest»)!

Να είναι γερός, ανθεκτικός στη δουλειά είναι σίγουρα, παλιά κοπή, από εκείνο το υλικό που δουλεύει διαρκώς γιατί το σινεμά είναι η ζωή του. Το αναγνωρίζουμε, το τιμούμε, μας τιμά πάντοτε κι αυτό.