11:29
24/1

«Τα Σταφύλια της Οργής»: 80 χρόνια συμπληρώνει μια από τις σημαντικότερες αμερικανικές ταινίες που έγιναν ποτέ

Το αριστούργημα του Τζον Στάινμπεκ κι ένας από τους κινηματογραφικούς στύλους του Τζον Φορντ, στέκουν πάντα σαν ορόσημο λαϊκού σινεμά έμπνευσης και βαθιά συγκινητικού ανθρωπισμού.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Σε μια από τις εντυπωσιακότερες αποδείξεις ευτυχών χολιγουντιανών αντανακλαστικών, η βιομηχανία του σινεμά παρέδωσε μια ταινία βασισμένη σε βιβλίο που είχε εκδοθεί λιγότερο από εννέα μήνες πριν. Βιβλίο που θα χάριζε το Πούλιντζερ στον συγγραφέα του, Τζον Στάινμπεκ, και το Όσκαρ στο σκηνοθέτη της κινηματογραφικής μεταφοράς του, Τζον Φορντ.

Ως συνήθως πολλοί μουρμούραγαν τότε. Πώς, έλεγαν, ένα συντηρητικό στούντιο (η Φοξ) ενός συντηρητικού επικεφαλής (ο Ντάριλ Ζάνουκ) μ’ έναν συντηρητικό σκηνοθέτη στο τιμόνι, θα μπορέσουν να μεταφέρουν μια εξόφθαλμα αριστερή θεματολογία και γραφή στο πανί; Ως συνήθως, εκείνοι που οικειοποιούνται τον ανθρωπισμό θεωρώντας τον άλλη μια αφήγηση που τους κάνει πλεονεκτικούς σ’ έναν κόσμο συντηρητικού αντιδραστισμού, έκαναν λάθος. Ακόμα και ο ίδιος ο Στάινμπεκ, παρά την φυσιολογική του επιφύλαξη απέναντι στην χολιγουντιανή μεταχείριση του υλικού του, ενέδωσε εύκολα βλέποντας κοτζάμ Φορντ να το επιθυμεί διακαώς, τον προικισμένο Νάναλι Τζόνσον στην σεναριογραφή και, βέβαια, τον Χένρι Φόντα στον πρωταγωνιστικό ρόλο που συγκλόνισε τον συγγραφέα όταν είδε πια το έργο.

Τα «Σταφύλια της Οργής» περιγράφουν την διαχρονικότητα δεινών οικονομικού μαρασμού, εργασιακής μετανάστευσης κι εκμετάλλευσης ανθρώπων από εταιρείες. Μια ομάδα ανθρώπων φεύγει από την Οκλαχόμα την εποχή της οικονομικής σύνθλιψης του αμερικανικού κραχ και ταξιδεύει προς την Καλιφόρνια ελπίζοντας σ’ ένα μέλλον. Με επίκεντρο την ομάδα αυτή, την οικογένεια των Τζόουντ, το βιβλίο περιγράφει μια καταραμένη μεσοπολεμική αμερικανική εποχή, τρομερών ανακατατάξεων, αγροτικής αναδιάρθρωσης, κραχ, κλειστών τραπεζών και φοβερής ξηρασίας που όλα μαζί συνέτειναν σε μια, δυστυχώς όχι αδιανόητη και σήμερα, αδιαπέραστη κατάσταση για μεγάλες μάζες του πληθυσμού.

Για τον Φορντ το δραματουργικό σκηνικό ήταν ιδεώδες. Πολύ μακριά από την λογική του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και των συλλογικών ηρώων, ο Φορντ διαλέγει την αγαπημένη του ανθρώπινη κοινότητα (μοτίβο αειθαλές στο σύνολο σχεδόν του σινεμά του), διεισδύει στους μηχανισμούς της, πλησιάζει με απέραντη συμπάθεια την ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία, τιμά το ένστικτο του δικαίου που έχει ο καθένας μας, ενοχλείται από την βάναυση παρέμβαση υπηρετών μιας απάνθρωπης καπιταλιστικής λογικής στη ζωή της κοινότητας, δυσπιστεί στις δομές μιας «νέας εποχής» και εστιάζει με μεγάλη δραματική ένταση στα πρόσωπα ηρώων μιας καθημερινότητας στην οποία τα θύματα δεν συνέβαλαν.

Στυλιστικά τα «Σταφύλια της Οργής» είναι ένα όνειρο κλασικότητας, φωτογραφημένα με την τέχνη του αείμνηστου Γκρεγκ Τόλαντ και των τέλεια φωτισμένων πεδίων του (κι όμως δεν ήταν μια από τις επτά υποψηφιότητες του έργου! – παραδόξως ήταν υποψήφιος για την άλλη ταινία του Φορντ εκείνης της χρονιάς, το «Long Voyage Home»), παιγμένα με μια απλότητα, μια συνοχή και μια πλήρη έλλειψη υπέρμετρης πρόβας (ο Φορντ άλλωστε απέφευγε όπως ο διάολος το λιβάνι τα πολλά takes) από όλο το καστ αλλά ειδικά εκείνη τη νεορεαλιστική, την εκπληκτική Τζέιν Ντάργουελ – που κέρδισε το Όσκαρ Β’ ρόλου.

Το φιλμ κέρδισε συνολικά δύο βραβεία, ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα Όσκαρ σκηνοθεσίας του Τζον Φορντ (θα το έπαιρνε και την επόμενη χρονιά για το «Πόσο Πράσινη Ήταν η Κοιλάδα μου» και αρκετά χρόνια μετά για τον «Ήσυχο Άνθρωπο»), ενώ απίστευτα δεν κέρδισε ο Φόντα για τον ρόλο του Τομ, χάνοντας από τον Τζίμι Στιούαρτ του «Philadelphia Story». Χμμ..

Ως σήμερα «Τα Σταφύλια της Οργής» στέκουν αγέρωχα σαν άφθαστο δείγμα λαϊκού σινεμά επαγρύπνησης, ωδής στην τιμιότητα και το δίκιο συνηθισμένων ανθρώπων σε ασυνήθιστες (κι εξοργιστικές) περιστάσεις. Παραμένουν επίσης ένα καλό επιχείρημα ενότητας αντί διαίρεσης ανάμεσα σε εκείνους που επαγγέλλονται την φιλολαϊκότητα και σ’ εκείνους που την κάνουν πράξη δίχως να διατυμπανίζουν. Η κοινωνία βέβαια δεν διστάζει να δείχνει και σήμερα την άφθονη ανοησία και τάση της προς διχόνοια, οπότε ψιλά γράμματα οι παραινέσεις προς ομόνοια αντί τσακωμούς, εντούτοις έργα σαν τα «Σταφύλια της Οργής» αποδεικνύουν στους ακούοντες πως αυτά που μας χωρίζουν είναι ασήμαντα εμπρός σ’ αυτά που μας ενώνουν. Και οι δημιουργοί της και οι ήρωές της (και οι άπειροι που έχουν επηρεαστεί στα 80 χρόνια που πέρασαν), εμπνευστικά και τεκμηριωμένα, δεν έχουν σταματήσει μέσα από τον χρόνο να μας το φωνάζουν.