11:42
15/3

«Ο Νονός»: Το Έβερεστ του αμερικανικού σινεμά

47 χρόνια συμπληρώνει σήμερα μια από τις μεγαλειωδέστερες ταινίες όλων των εποχών.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Για ένα πράγμα δεν χρειάζεται να ανησυχείς γράφοντας για τον «Νονό», μην και υπερβάλλεις. Για ένα άλλο πράγμα επίσης δεν χρειάζεται να σκας – και είναι πολύ απελευθερωτικό: Όσοι ενδιαφέρονται για το σινεμά έστω κι ελάχιστα ξέρουν ήδη, έστω περιγραμματικά, περί τίνος πρόκειται. Βλέπεις ο «Νονός» είναι το σύμβολο μιας εποχής φιλμοκατασκευής. Το αμερικάνικο σινεμά, από τα τέλη του ’60, είχε αρχίσει να αλλάζει. Με ταινίες όπως ο «Πρωτάρης», το «Μπόνι και Κλάιντ», ο «Καουμπόι του Μεσονυκτίου», ο τρόπος παραγωγής, η θεματολογία, οι ιεραρχίες έδειχναν πια πως προς μια διαφαινόμενη αναγέννηση. Η δεκαετία του ’70 θα ξεκινούσε με τα στούντιο να καταλαβαίνουν πως η πρωτοκαθεδρία ανήκε στους ανθρώπους της τέχνης του σινεμά κι όχι του χρήματός του. Για λιγότερο από μια δεκαετία η πιο μεγάλη καλλιτεχνική άνοιξη στην συνεργασία δημιουργών (σκηνοθετών, ηθοποιών, «τεχνικών») και στούντιο θα ήταν ενδεικτικό μιας παραδείσιας κατάστασης που, όπως όλες οι παραδείσιες καταστάσεις, δεν θα μπορούσε να κρατήσει πολύ. Ο «Νονός» (σαν διλογία, επίσης) θα ήταν το απόσταγμα της στιγμής αυτής.

Φυσικά ο δρόμος δεν είναι και ποτέ στρωμένος με ροδοπέταλα, ο Φράνσις Φορντ Κόπολα (με ένα Όσκαρ σεναρίου από τον «Πάτον» του 1970), στα μόλις 32 του, έμοιαζε κάτι παραπάνω από στοίχημα. Έμοιαζε φλερτ με την καταστροφή. Η Paramount βρισκόταν σε οικονομική κρίση και πόνταρε στο best seller του Μάριο Πούζο την σωτηρία της. Για την εποχή μας, που τα μεγαλύτερα στοιχήματα μιας χρονιάς για τα major στούντιο παραδίδονται σε σκηνοθέτες «του χεριού» και συμβούλια κρίσεων κι επικρίσεων που φροντίζουν για την μαρκετίστικη ομοιογένεια του προϊόντος (ποτέ το major σινεμά δεν ήταν τόσο «προϊόν» όσο σήμερα), η κατάσταση εν έτει 1971 είναι αδιανόητη.

Ο Κόπολα είναι αυτός ο αντάρτης κινηματογραφιστής, που συγκρούεται με το στούντιο διαρκώς (που επικεφαλής είναι ο Ρόμπερτ Έβανς, επίσης αδιανόητος «επικεφαλής» για τα σημερινά δεδομένα, κάποια στιγμή θα αναφερθούμε σ’ αυτόν), που εξαπατά όπου μπορεί για να περάσει τα δικά του, που παίρνει μια κάμερα και πάει να κάνει δοκιμαστικό στον Μπράντο προσπαθώντας να επιβάλλει την επιλογή που το στούντιο αναγούλιαζε στη σκέψη.

Οι ιστορίες γύρω από μια ταινία που λόγω χρονικής εγγύτητας, καλλιτεχνικού διαμετρήματος και διαχρονικού αντίκτυπου στις μεταγενέστερες γενιές έχει επιβληθεί στην δυτική κουλτούρα, είναι άπειρες. Το καστ, «το καλύτερο καστ που υπήρξε ποτέ» σύμφωνα με τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ, πέρασε χίλια μύρια κύματα μέχρι να επιβεβαιωθεί. Βίτο ήθελαν να είναι πολλοί (ακόμα και ο Έλβις Πρίσλεϊ!), Μάικλ ακόμα περισσότεροι, οι ηθοποιοί που βλέπουμε τελικά το πιθανότερο είναι πως δοκιμάστηκαν πρώτα και σε όλους τους υπολοίπους χαρακτήρες. Τελικά όμως…Μάρλον Μπράντο, Άλ Πατσίνο, Τζέιμς Κάαν, Ρόμπερτ Ντιβάλ,, Τζον Καζάλ, Στέρλινγκ Χέιντεν, Νταϊάν Κίτον, Τάλια Σάιρ και μια σειρά ακόμα προσώπων που συνδρομή μιας τέλειας σεναριοσκηνοθεσίας παρουσιάζονται κι αποκτούν ένα ειδικό βάρος που δεν μπορείς ποτέ να ξεχάσεις. Δυο ντουζίνες, τουλάχιστον, χαρακτήρες σε 175 συναρπαστικά λεπτά. Πόσες φορές έχει δει τέτοιο κατόρθωμα;

Γιατί ο «Νονός» άφησε τέτοιο αποτύπωμα; Είναι η προαναφερθείσα κατασκευαστική τελειότητα;, Είναι οι ασύλληπτες ατάκες-στίξεις ενός ολόκληρου, φοβερά συγκροτημένου σύμπαντος που σε συναρπάζει και σε καλύπτει με την αυτοτέλειά του; Είναι το διαχρονικής σημασίας θέμα, διανθισμένο με τα εκπληκτικά, αστέρευτα μοτίβα και την πικάντικη αμοραλιστική ενόχληση πως ερεθίζεσαι (και συγκινείσαι) από την οικογενειακή ιστορία εγκληματιών; Είναι μήπως το 25ο κάδρο, ένα άρρητο κρυμμένο ανάμεσα στα καρέ που δεν μπορείς να προσδιορίσεις με λέξεις αλλά δονεί συναισθητικά μια κοινή ευαίσθητη χορδή;

Όλα είναι. Και η προσπάθεια να τα προσδιορίσεις σε ένα, εκτός από μαρτυρικά απολαυστική, είναι καταδικασμένη. Αφού ορίσεις τα δεδομένα και εγνωσμένα (πως ο «Νονός» είναι ένα έργο για την μορφή και την καρδιά της Εξουσίας, για την ρίζα του Κακού, για την θεμελιώδη αντίφαση ανάμεσα στην Αγάπη και την Δύναμη), ο καθένας σαγηνεύεται από τα δικά του. Και είναι έξοχα τα έργα που σαν φυσιογνωμίες χαρακτήρων έχουν τις πτυχές τους για τον καθένα.