11:27
10/10

«Γίγας»: Σαν σήμερα η πρεμιέρα του επικού γουέστερν που σημαδεύτηκε από το πρόωρο τέλος του Τζέιμς Ντιν

Επιστρέφουμε 63 χρόνια πριν για την ιστορική, όλο προβλήματα, συνάντηση των Ροκ Χάτσον-Ελίζαμπεθ Τέιλορ-Τζέιμς Ντιν επί της οθόνης που έφερε όμως και 10 οσκαρικές υποψηφιότητες.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Όλα ξεκίνησαν όταν ο Τζορτζ Στίβενς, μια από τις εμφατικές, πολυπράγμονες προσωπικότητες του κλασικού Χόλιγουντ φορτωμένος 2 Όσκαρ και πολλές υποψηφιότητες συγκεντρωμένες στις ταινίες του, ρώτησε τον Ροκ Χάτσον ποια θα ήθελε παρτενέρ του για την μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος της βραβευμένης με Πούλιτζερ Έντνα Φέρμπερ: Την Γκρέις Κέλι ή την Ελίζαμπεθ Τέιλορ;

Ο Χάτσον διάλεξε με κλειστά μάτια την δεύτερη, αφήνοντας την πρώτη να ολοκληρώσει τον Χίτσκοκ της και να γίνει Πριγκίπισσα, και ξεκινώντας μια φιλία που θα διαρκούσε μέχρι τον πρόωρο θάνατό του και θα έβαζε σε κανάλι και μεγάλος μέρος της μετέπειτα δημόσιας περσόνας της Τέιλορ. Για τον τρίτο βασικό ρόλο, κονταροχτυπήθηκαν ανάλογοι του μεγέθους μιας παραγωγής που εξαρχής προοριζόταν για ακαδημαϊκή αναγνώριση: Κλιφτ, Μίτσαμ, Μπράντο, Χοσέ Φερέρ, Γκαζάρα, Στάιγκερ, Πάλανς, ακόμα και ο Φρανκ Σινάτρα, ήθελαν τον ρόλο που πήγε στον Τζίμι Ντιν.

Η παρουσία του ήταν διχαστική στα γυρίσματα μιας και υπήρχαν αυτοί που γονάτιζαν μπροστά στο επαναστατικό ταλέντο και αυτοί (ο Στίβενς και ο Χάτσον) που δεν έδιναν δεκάρα για τα χούγια του και θεωρούσαν πως χαλάει την ατμόσφαιρα, αποξενώνει το καστ και είναι αντιεπαγγελματικός. Με την Τέιλορ αμέσως υπήρξε μια χημεία, αν και συχνά η Τέιλορ έμενε σύξυλη από την αδιαφορία του Ντιν την επομένη μιας βραδιάς που μπορεί να τα έπιναν εξομολογητικά μέχρι πρωίας.

Το μακράν ωραιότερο trivia των γυρισμάτων συνέβη όταν η Μερσέντες ΜακΚέιμπριτζ δοκίμαζε για τον ρόλο μιας ραντσέρισας ένα ολοκαίνουργιο Στέτσον. Στα γυρίσματα, που ο Στίβενς για λόγους δημοφιλίας άφηνε ανοιχτά στους Τεξανούς περιοίκους, περνούσε μια μέρα ο Γκάρι Κούπερ. Έβαλε τα γέλια. «Είναι δυνατόν να είσαι μες τα άλογα και τα βουβάλια και να έχεις ένα καπέλο άθικτο;» της είπε. Την επομένη της έφερε ένα δικό του, μπαρουτοκαπνισμένο. «Έχει νερά πάνω Γκάρι», παραπονέθηκε η ηθοποιός. «Κατουρημένο από άλογα είναι», της απάντησε, λέγοντάς της πως δεν υπάρχει ραντσέρης που να σέβεται τον εαυτό του και να μην είναι κατουρημένο το καπέλο του από άλογα. Η ΜακΚέιμπριτζ κράτησε το καπέλο και οι ιστορίες λένε πως ο Ντιν προσπάθησε επανειλημμένα να το κλέψει.

Και το έργο; Ο «Γίγας» είναι εκείνο το πλήρες σινεμά, μακράς διαρκείας (και άψογης κινηματογραφικής παστερίωσης), τέλεια εξυπηρετικό στα είδη του (το έπος και το γουέστερν), που δεν παραλείπει εκτός από την δραματουργία της saga που το διακρίνει (άρα μελλοντικά σίριαλ δανείστηκαν από εδώ) και τους δουλεμένους χαρακτήρες να έχει και τα φιλελεύθερα μοτίβα του. Αντιρατσιστικό – επίκαιρα κιόλας, απέναντι σε Μεξικανούς – αλλά και φεμινιστικό στον χαρακτήρα της Τέιλορ που κοντράρει ανοιχτά της βασικές πατριαρχικές δομές του αμερικανικού Νότου.

Πρωτότυπα για την εποχή εκείνη, το έργο πήρε τη νέα γενιά για να ερμηνεύσει χαρακτήρες που θα γερνούν στην πορεία, αντίθετα με τον ως τότε άτυπο κανόνα που ήθελε ωριμότερους ηθοποιός που θα μακιγιάρονταν για νεότεροι ελλείψει και computer de-aging («Irishman» κανείς;). Ο Ντιν έκανε πολλές τσιριμόνιες (σε μια φάση ανακουφίστηκε μπροστά σε όλο το καστ από τις μπύρες της περασμένης βραδιάς), δεν ήθελε να είναι παρών σε σκηνές που δεν τον περιελάμβαναν (ο Στίβενς του έκανε τη χάρη), ενώ, τραγικά, εκείνη ήταν και η εποχή του περίφημου τηλεοπτικού του σποτ που προειδοποιούσε για την επικίνδυνη οδήγηση. Σκοτώθηκε πριν ολοκληρωθούν τα γυρίσματα και για ελάχιστες χαμηλόφωνες σκηνές είναι -απαρατήρητα- ντουμπλαρισμένος.

Μολονότι η παραγωγή ήταν πανάκριβη και μαστιζόταν από προβλήματα, ενώ ο Στίβενς την κράτησε και έναν ολόκληρο χρόνο στο μοντάζ, κατά την έξοδό της η κριτική και το κοινό πανηγύρισαν και οι 10 οσκαρικές υποψηφιότητες πιστοποίησαν. Ο ίδιος ο Στίβενς κέρδισε την Σκηνοθεσία (είναι η «σπασμένη» χρονιά του αγαπημένου αλλά εντελώς άκυρου Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στον «Γύρο του Κόσμου σε 80 Μέρες») ενώ στους γκρινιάρηδες ήταν ο σφοδρός Φρανσουά Τριφό που έγραφε τότε πως το έργο ήταν μια «πονηρή, άτολμη, πατερναλιστική και δημαγωγική βλακεία». Ήταν αγαπησιάρης αλλά δηλητηριώδης κριτικός ο Τριφό και τον Στίβενς ειδικά τον είχε στη μπούκα ήδη από το, σπουδαίο, «Shane» τρία χρόνια πριν.

Ας λέει ο Γάλλος, οι εναπομείνασες διάσπαρτες μονάδες που αγαπούν αυτό το παλιομοδίτικο σινεμά μπορούν να σπεύσουν ή να επιστρέψουν, αυτός είναι ένας «Γίγας» που τιμά τον τίτλο του.