10:51
2/9

Κινηματογραφικές βιογραφίες: Μυστικά και ψέματα της «Φρίντα»

Η αφηγηματική καρδία αυτού του βιογραφικού φιλμ, είναι το δίχως άλλο τα συναισθήματα. Οι συμβολισμοί υπερβαίνουν την έννοιά τους, καθώς η ζωή της Φρίντα Κάλο «ζωγραφίζεται» στην οθόνη σχεδόν τόσο υπερρεαλιστικά, όσο οι ανυπέρβλητοι πίνακές της.

Από τον Πάνο Αχτσιόγλου

Φρίντα (2002) της Τζούλι Τέιμορ

Μέσα σε ένα πνιγμένο από κόσμο λεωφορείο δύο έφηβοι κουβεντιάζουν έντονα. Τοποθεσία, το Μεξικό της δεκαετίας του είκοσι, κέντρο πολιτικών εξελίξεων αλλά και τόπος εξορίας. Η νεαρή κοπέλα συζητά για το πώς η σεξουαλική πίστη ανήκει σε ένα πλαίσιο από μπουρζουά ιδέες το οποίο θα απέρριπτε κάθε μποέμ Μαρξιστής που αποστρέφεται τις συμβάσεις. Ξαφνικά, το ογκώδες όχημα συγκρούεται με ένα διερχόμενο τραμ. Σώματα πετιούνται έξω από τα παράθυρα και το μικροκαμωμένο κορίτσι βρίσκεται καλυμμένο στο αίμα και τη χρυσόσκονη. Μια ατσάλινη δοκός τρυπά το σώμα της και ταυτόχρονα διαλύει μια για πάντα την πλάτη της.

Παρότι μοιάζει με συγκινησιακό κινηματογραφικό δημιούργημα, η σκηνή που αλλάζει ριζικά τη ζωή, την κοσμοθεωρία αλλά και την καλλιτεχνική δημιουργικότητα μιας από τις γνωστότερες και πιο επιδραστικές γυναίκες ζωγράφους του εικοστού αιώνα, της Μεξικανής Φρίντα Κάλο, είναι πέρα ως πέρα ακριβής. Τέσσερις διαφορετικοί σεναριογράφοι συνεργάστηκαν με σκοπό να παραδώσουν στην σκηνοθεσία της Τζούλι Τέιμορ την αφαιρετική βιογραφική προσέγγιση μιας γυναίκας θρύλου της λατινοαμερικάνικης κουλτούρας, επιχειρώντας παράλληλα να τιμήσουν το γενναίο και αναρχικό πνεύμα της και κυρίως να εκθέσουν τους ίδιους τους θεατές στο μαγικό ρεαλισμό και την τρικυμιώδη αίσθηση που αντηχούν τα έργα της.

Η σκηνοθέτης επιβεβαιώνει τις προθέσεις του σεναρίου που έχει στα χέρια της, επιλέγοντας να απελευθερωθεί από τις συμβάσεις της ευθύγραμμης εξιστόρησης προτείνοντας ως αντίδοτο τα λαμπερά και περίπλοκα χρώματα της αχαλίνωτης φαντασίας της ζωγράφου και αποκαλύπτοντας σταδιακά τα κύρια συστατικά της ακόρεστης έμπνευσής της: τη σεξουαλικότητα και κυρίως τον προσωπικό σωματικό πόνο. Με δομή που πολλές φορές φτάνει στα πρόθυρα του μιούζικαλ, το φιλμ ψάχνει με αγωνία το σημείο στο οποίο το μυαλό, το χέρι και το μάτι ευθυγραμμίζονται, κάνοντας το δημιουργό να χάνει τη συνειδητότητα του εδώ και του τώρα.

Η πολυτάραχη και βασανισμένη ζωή του συμβόλου της γυναικείας ανεξαρτησίας εικονογραφείται μέσα από υπερβατικά περιστατικά γεμάτα ταλέντο, δημιουργική ελευθερία και ιδεαλισμό, αλλά και απίστευτο πόνο και σαρκικό βασανισμό. Το κρεβάτι στο οποίο θα μένει κατά καιρούς καθηλωμένη εξ αιτίας της κατεστραμμένης της ύπαρξης θα γίνει ο ζωντανός της τάφος αλλά και η απόλυτη πηγή έμπνευσης, καθώς ζωγραφίζοντας θα βρει τελικά τον τρόπο να υπερβεί τον πόνο, διοχετεύοντάς τον στον καμβά, στο κάδρο.

Σε αυτήν την οπτικά πανέμορφη, άλλα αφηγηματικά δυσκίνητη ταινία οι (πολλές) ιστορικές ανακρίβειες μάλλον περνούν σε δεύτερη μοίρα. Εξάλλου οι κινηματογραφικές βιογραφίες ιδίως ζωγράφων, είναι επικίνδυνα στοιχήματα. Πολλές φορές οι ζωές των καλλιτεχνών μπορεί να είναι δραματικές, αλλά δύσκολα τόσο συγκλονιστικές όσο τα έργα τους. Αν και στην περίπτωση της Κάλο κάτι τέτοιο κατά πάσα πιθανότητα δεν ισχύει, εντούτοις η σκηνοθεσία μάλλον ορθά επιμένει να μεταβιβάζει τη δραματουργία με ενδιάμεσο σταθμό πάντα τους πίνακές της. Παρότι λοιπόν η αναπαράσταση του (δις) συζύγου της Φρίντα και εξίσου σπουδαίου και προικισμένου καλλιτέχνη Ντιέγκο Ριβέρα είναι σχετικά ακριβής (η ίδια της τον είχε χαρακτηρίσει ως “ένα τεράστιο μωρό με αξιαγάπητο πρόσωπο και ελαφρώς θλιμμένο βλέμμα”) κάνεις δεν μπορεί να πει με ακρίβεια πώς τελικά γνωρίστηκαν, αφού και οι δύο τους διηγήθηκαν τελείως διαφορικές ιστορίες.

Επιπλέον, παρόλο που το φιλμ σωστά διατείνεται ότι κάποια στιγμή η Φρίντα σχετίστηκε ρομαντικά με τον εξόριστο εκείνη την εποχή Λέο Τρότσκι, ωστόσο δεν υπάρχει η παραμικρή ιστορική αλήθεια στο γεγονός ότι ο ίδιος ο πολιτικός αποφάσισε να φύγει από το σπίτι για να μην ερωτευτεί την κατά πολύ μικρότερή του ζωγράφο, καταλήγοντας τελικά σε ένα λιγότερο ασφαλές καταφύγιο όπου και δολοφονήθηκε. Μάλιστα ήταν η Φρίντα εκείνη που τελικά έφυγε για το Παρίσι, αφήνοντας ολόκληρο το σπίτι της σε αυτόν.

Η μεγάλη αυτή προσωπικότητα (ερμηνευμένη με πάθος και απερίγραπτη θέληση από μια Σάλμα Χάγιεκ στον πιθανότατα σημαντικότερο ρόλο της καριέρας της) αποτυπώνεται με φαντασία σε μια εν τέλει εκφραστική δημιουργία, στην οποία οι κυκλικές σκηνές της εισαγωγής και του επιλόγου αποδεικνύουν ότι και ο ίδιος ο θάνατος μοιάζει σαν ένα ακόμη έργο τέχνης. Ο λυτρωτικός θάνατος ως η - χωρίς περιορισμούς - τελευταία παράσταση μιας ζωής που διακόπηκε πρόωρα στα 46 μόλις χρόνια, αλλά ταυτόχρονα έκανε άλλες ζωές, πολύ πιο μακροχρόνιες, να φαντάζουν μικρές και ανούσιες.