13:27
26/7

Essential Cinema #60: «Woodstock» (1970) του Μάικλ Γουάντλεϊ

Τo cinemagazine συγκεντρώνει μερικές από τις κορυφαίες ταινίες που έγιναν ποτέ και γράφει αναλυτικά γι’ αυτές. Σήμερα ένα κινηματογραφικό μνημείο μιας εποχής για τη μουσική, για την τότε αμερικανική πραγματικότητα και για ολόκληρο τον κόσμο. Το συναυλιακό Γούντστοκ του 1969 έμεινε στην ιστορία ως ο εορτασμός μιας υπέροχης ουτοπίας που παραήταν ρομαντική για να διαρκέσει.

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Σε μία εποχή όπου η τέχνη συνολικά και η μουσική ειδικότερα έμοιαζε με την αιχμή ενός ριζοσπαστικού πολιτιστικού δόρατος ικανού να παίξει καταλυτικό ρόλο στις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, ο όρος Woodstock κατέστη σχεδόν ακαριαία συνώνυμο και επιστέγασμα μαζί του λεγόμενου κινήματος της αντικουλτούρας. Αιτία γι αυτό φυσικά το ανεπανάληπτο τριήμερο φεστιβάλ μουσικής που έλαβε χώρα στην πόλη Μπέθελ της πολιτείας της Νέας Υόρκης, τον Αύγουστο του 1969. Το Woodstock Music & Art Fair, όπως ήταν το πλήρες όνομα της διοργάνωσης, πήρε το όνομά του από την ομώνυμη γειτονική πόλη και υπήρξε τόσο καθοριστικό που το περιοδικό Rolling Stone το κατέταξε στα 50 γεγονότα που άλλαξαν την ιστορία του ροκ εν ρολ. Η οικονομική του αποτυχία, συγκριτικά πάντα με το πλήθος που προσέλκυσε, παραμένει απλώς μια γοητευτική, γεμάτη ειρωνεία λεπτομέρεια.

Στην παραλίμνια, αχανή φάρμα του Μαξ Γιάσγκαρ συνέρρευσαν σχεδόν μισό εκατομμύριο νέοι και νέες για να παρακολουθήσουν θρυλικές μορφές της ροκ, ανάμεσα στους οποίους οι Canned Heat, οι Creedence Clearwater Revival, η Τζάνις Τζόπλιν, ο Τζίμι Χέντριξ, οι Who, ο Σαντάνα, η Τζόαν Μπάεζ και οι Jefferson Airplane. Το κοινό που κατά κυριολεξία εκστράτευσε κατασκηνώνοντας στα πέριξ του συναυλιακού χώρου, απόλαυσε τίποτα λιγότερο από όσα το περίφημο πια tagline της διοργάνωσης υποσχόταν: 3 μέρες ειρήνης και μουσικής. Το κίνημα των χίπηδων έμοιαζε να βρίσκει στο Woodstock την ιδεατή, διονυσιακή, απολύτως ψυχεδελική του ενσάρκωση.

Το φιλμ αποτελεί μια πικρή πλέον ωδή στην πανίσχυρη τότε πεποίθηση πως η γενιά των sixties θα γεννήσει έναν καλύτερο κόσμο

Με τις αφηγήσεις που ακόμη συνοδεύουν εκείνο το ντελιριακό τριήμερο να αγγίζουν επίπεδα μύθου, μια επί τόπου καταγραφή όσων έλαβαν χώρα επί σκηνής, στην κατάμεστη αρένα, κατά τις προεργασίες του φεστιβάλ αλλά και μετά απ’ αυτό, θα φάνταζε κάπως πλεονάζουσα, τουλάχιστον ως προς την αδιαμφισβήτητη κληρονομιά που άφησε αυτό καθ’ αυτό το γεγονός. Προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε αποφάσισαν να μην επενδύσουν οι ίδιοι οι διοργανωτές, οι οποίοι ήταν δύσπιστοι ως προς τη μετέπειτα εμπορική αξία ενός τέτοιου ντοκουμέντου. Ο ισχυρισμός αυτός ωστόσο ανατράπηκε θεαματικά από το «Woodstock», τούτο το εξίσου θρυλικό με το χρονικό που αποτυπώνει ντοκιμαντέρ του Μάικλ Γουάντλεϊ. Ένα ντοκιμαντέρ που μπορεί να πήδηξε από τη σκηνή του Γούντστοκ για να βρεθεί ως τις Κάννες και τα Όσκαρ (όπου απέσπασε το σχετικό βραβείο στην κατηγορία του ενώ υπήρξε υποψήφιο και για αυτό του μοντάζ – πράγμα σπάνιο για φιλμ τεκμηρίωσης), η καθαρή του αξία όμως δε σμιλεύτηκε με ψηφίδα τις διακρίσεις, αλλά επειδή κατάφερε να απαθανατίσει στην ολότητά του το μομέντουμ μιας ολόκληρης εποχής. Και μάλιστα στην πλέον αισιόδοξη εκδοχή της.

Οι πέντε καταγεγραμμένοι στα credits κινηματογραφιστές του Woodstock, ανάμεσά τους και ο σκηνοθέτης, συγκέντρωσαν ούτε λίγο ούτε πολύ 120 ώρες οπτικού υλικού. Με τη Warner να πιέζει ώστε το τελικό cut να μην ξεφύγει τελείως σε διάρκεια (στην αρχική εκδοχή το φιλμ διαρκούσε 184 λεπτά, στο director’s cut που κυκλοφόρησε το ’94 προστέθηκαν ακόμα 41), οι μοντέρ και ιδίως ο άσημος ακόμα επικεφαλής τους, Μάρτιν Σκορσέζε (που εν προκειμένω εκτελούσε και χρέη βοηθού του Γουάντλεϊ), επιστράτευσαν τη λύση της εκτεταμένης χρήσης του split screen. Κάτι που έδινε τη δυνατότητα αφενός να συμπεριληφθεί στο φιλμ όσο το δυνατόν περισσότερο υλικό, αφετέρου να αποτυπωθούν ταυτόχρονα στην οθόνη οι εμφανίσεις των καλλιτεχνών επί σκηνής σε αντιπαραβολή με τις αντιδράσεις των θεατών.

Από την αξέχαστη παρουσία του Ρίτσι Χέιβενς ο οποίος άνοιξε το φεστιβάλ (ειδική μνεία στο αυτοσχεδιαστικό «Freedom») μέχρι το γεμάτο σόλα κλείσιμο του Χέντριξ που έριξε καθυστερημένα αυλαία στο ατελείωτο πάρτι μπροστά σε ελάχιστο πια κόσμο, και από τις βουτιές στη λίμνη πίσω απ’ τη σκηνή, τις φούντες και το LSD που έδιναν κι έπαιρναν, τις καταιγίδες που πότισαν το θερινό τριήμερο, τις τσουλήθρες στις λάσπες ως το διάχυτο κλίμα αλληλεγγύης μεταξύ των φεστιβαλιστών αλλά και των ντόπιων, ολόκληρη η ουτοπία των sixties και των λεγόμενων χρόνων της αθωότητας έμοιαζε να ενσαρκώνεται στις διαστάσεις μιας φιέστας δίχως προηγούμενο. Πολύ περισσότερο όμως από ένα ντοκουμέντο που παρακολουθούσε ευλαβικά κι επίμονα, σαν πιτσιρίκι σε οκλαδόν, αστέρες της ροκ να οδηγούν το κοινό τους σε λιβάδια ψυχεδελικής απόλαυσης, το «Woodstock» του Γουάντλεϊ έπιασε στον καρπό μιας ολόκληρης γενιάς και αφουγκράστηκε τον ακριβή σφυγμό της. Εκείνον που παλλόταν από την πίστη πως ο εορτασμός μιας επερχόμενης νίκης μπορεί να φέρει την ίδια τη νίκη λίγο πιο κοντά.

Το διαχρονικό σάουντρακ μιας ουτοπίας

Στην τρίωρη και πλέον διάρκειά του, το φιλμ αυτό αποτελεί μια πικρή πλέον ωδή στην πανίσχυρη τότε πεποίθηση πως η γενιά των sixties θα γεννήσει έναν καλύτερο κόσμο, κόντρα στα θέλω των υπερδυνάμεων, απαλλαγμένο από τα υπαρξιακά σαράκια του ατομικισμού και του καταναλωτισμού, προσανατολισμένο στην κατεύθυνση της αλληλεγγύης, των κοινωνικών αγώνων και των δικαιωμάτων των εργατών, των μαύρων, των γυναικών, των ομοφυλόφιλων, όλων όσων πάλευαν για ισότητα και αξιοπρέπεια. Η απαίτηση για παγκόσμια ειρήνη εν μέσω του πολέμου στο Βιετνάμ, κάτι που υπήρξε κεντρικό πολιτικό πρόταγμα του Woodstock, μπορεί να μην ήρθε ποτέ. Γιορτάστηκε όμως ως τα έσχατα, σαν τον προεξοφλημένο θρίαμβο μιας ουτοπίας που το μετέπειτα γκρέμισμά της θα έφερνε αργότερα το κυνικό τέρας του ύπουλου πραγματισμού στην poll position του πολιτικού διαλόγου.

Ο επίλογος με τον Χέντριξ να κάνει παπάδες με την κιθάρα ανά χείρας, σε αντιπαραβολή με τον απέραντο, λασπωμένο, έρημο πια από κόσμο σκουπιδότοπο γύρω απ’ τη σκηνή, παραμένει το ίδιο οικεία θλιβερός με το επάρατο «και τώρα τι;» που αφήνει κάτι μεγάλο που μόλις τελείωσε, με την αίσθηση που ακολουθεί το τέλος ενός πάρτι στη στιγμή που και ο τελευταίος καλεσμένος κλείνει την πόρτα. Φυσικά το φεστιβάλ του Woodstock μπορεί να μην έφερε αρκετό νερό στον μύλο της κοινωνικοπολιτικής αλλαγής, όπως γενναία και συνάμα αφελώς πίστεψαν οι χιλιάδες συμμετέχοντες. Γιορτή όμως ήταν και μάλιστα από τις σπουδαιότερες. Και το φιλμ του Γουάντλεϊ τη γιόρτασε αυτή τη γιορτή, στην ολότητά της.

WOODSTOCK 
ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ, 1970
Σκηνοθεσία:
 Μάικλ Γουάντλεϊ Μοντάζ: Μάρτιν Σκορσέζε, Θέλμα Σουνμέικερ, Μάικλ Γουάντλεϊ, Τζερ Χάγκινς, Σταν Γουάρναου, Γιου-Μπαν Γι Εμφανίζονται: Τζίμι Χέντριξ, Τζάνις Τζόπλιν, Κάρλος Σαντάνα, Jefferson Airplane, Τζο Κόκερ, The Who, Τζόαν Μπάεζ Διάρκεια: 184’