17:14
3/7

Essential Cinema #102: «Cutter's Way» (1981) του Ιβάν Πάσερ

Τo cinemagazine συγκεντρώνει μερικές από τις κορυφαίες ταινίες που έγιναν ποτέ και γράφει αναλυτικά γι’ αυτές. Σήμερα ένα ετεροχρονισμένο αριστούργημα τοιυ αμερικανικού σινεμά των 70s, που αδικήθηκε κατάφωρα στην εποχή του αλλά αναβιώνει σήμερα ως μια δονκιχωτική αναζήτηση δικαιοσύνης.

Από τον Θανάση Πατσαβό

Όταν ο Ρίτσαρντ Μπόουν, πωλητής σκαφών και περιστασιακός ζιγκολό στη Σάντα Μπάρμπαρα, βρίσκεται ύποπτος για τον ειδεχθή φόνο μιας έφηβης κοπέλας, στρέφεται για βοήθεια στον κολλητό του Άλεξ Κάτερ, έναν ανάπηρο βετεράνο του Βιετνάμ. Μόνο που ο Άλεξ βρίσκει στην αναζήτηση του πραγματικού ενόχου τον στόχο που έλειπε από τη σακατεμένη ζωή του. Συμμαχώντας με την αδελφή του θύματος και κόντρα στη θέληση του φίλου του, ο Άλεξ αποφασίζει να αποδώσει δικαιοσύνη και να στριμώξει τον βασικό ύποπτο, έναν μεγιστάνα που ο νόμος δεν μπορεί να αγγίξει. Σύντομα, ο υπερβάλλων ζήλος του και η απρόσεκτη συμπεριφορά του βάζουν σε θανάσιμο κίνδυνο τους ίδιους και τους γύρω τους. 

Ένα εγκληματικά παραγνωρισμένο διαμάντι του αμερικανικού σινεμά, το «Cutter's Way» αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση ταινίας που γεννήθηκε σε λάθος εποχή και καταποντίστηκε από την εμμονή της να καταπιαστεί με μια εκτός τόπου και χρόνου θεματική και ατμόσφαιρα. Αν και έκανε πρεμιέρα το 1981, μοιάζει να ανήκει στις θρυλικές εκείνες περιθωριακές ταινίες των 70s, οι οποίες θα ορίζονταν αργότερα ως το Αμερικανικό Νέο Κύμα, που ξεκινησε άτυπα με τον «Ξέγνοιαστο Καβαλάρη» (1969) για να συνεχιστεί με μια σειρά ταινιών-αουτσάιντερ των στούντιο, που έβριθαν από αυτοκαταστροφικούς αντι-ήρωες, πρόθυμους να τα βάλουν με όλους και με όλα, αγνοώμντας το γεγονός πως οι πιθανότητες κάθε άλλο παρά είναι με το μέρος τους. Όμως εν έτει 1981, η τάση αυτή είχε περάσει ανεπιστρεπτί και το μέλλο βρίσκονταν πλέον στα χέρια του Στίβεν Σπίλμπεργκ και της παρέας του, που μεθόδευε τη νέα εποχή των μπλοκμπάστερ.

Η περίπτωση του «Cutter's Way» έμοιαζε βέβαια προβληματική από την αρχή. Ότανο παραγωγός Πολ Γκουριάν («Η Πέγκι Σου Παντρεύτηκε») αγόρασε τα δικαιώματα του μυθιστορήματος «Cutter and Bone» (όπως ήταν ο αρχικός τίτλος της ταινίας), που ο συγγραφέας Νιούτον Θόρνμπουργκ πρωτοεξέδωσε το 1976, ένα χρόνο μόλις αφού τελείωσε ο πόλεμος του Βιετνάμ, ζήτησε εξαρχής από τον Τζέφρι Άλαν Φίσκιν να γράψει το σενάριο και κατάφερε την EMI να το χρηματοδοτήσει με τον Ρόμπερτ Μάλιγκαν («To Kill a Mockingbird», 1962) στην καρέκλα του σκηνοθέτη και τον Ντάστιν Χόφμαν στον ρόλο του Κάτερ. Όμως η αποχώρηση του Χόφμαν λόγω φορτωμένου προγράμματος οδήγησε τόσο τον Μάλιγκαν όσο και την EMI να εγκαταλείψουν διαδοχικά το πρότζεκτ.

Ένα εγκληματικά παραγνωρισμένο διαμάντι του αμερικανικού σινεμά, το «Cutter's Way» αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση ταινίας που γεννήθηκε σε λάθος εποχή

Απτόητος, ο Γκουριάν το πρότεινε στη United Artists και έδωσε στον Φίσκιν μια λίστα με ονόματα για να διαλέξει εκείνος τον σκηνοθέτη που θα κάλυπτε το κενό του Μάλιγκαν. Αμέσως, την προσοχή του τράβηξε το όνομα του εκπατρισμένου Τσέχου Ιβάν Πάσερ, το μοναδικό στη λίστα που δεν αναγνώριζε καθόλου. Προκειμένου να ικανοποιήσει την περιέργειά του, ο Φίσκιν ζήτησε από την United Artists να του οργανώσουν μια ιδιωτική προβολή του σκηνοθετικού ντεμπούτου του Πάσερ, «Intimate Lighting» («Intimni Osvetleni», 1965). Χωρίς περαιτέρω διαδικασίες, ο Φίσκιν αποφάσισε πως είχε βρει τον κατάλληλο άνθρωπο, έστω και αν έπρεπε πια να δουλέψει με μικρότερο προϋπολογισμό. Ωστόσο, το στούντιο επέμενε σε ένα αναγνωρίσιμο όνομα για τον πρωταγωνιστικό ρόλο - και το βρήκε στο πρόσωπο του Τζεφ Μπρίτζες, φρέσκου από την επική περιπέτεια της «Πύλης της Δύσεως» (1980), αφήνοντας τον Πάσερ να επιλέξει εκείνος τους ηθοποιούς που θα ενσάρκωναν του εξίσου κομβικούς ρόλους του Κάτερ (Τζον Χερντ) και της συζύγου του, Μο (Λίσα Έιχορν).

Το ερμηνευτικό αυτό τρίο υπήρξε καθοριστικό για να λειτουργήσει η ταινία τόσο ως αβάσταχτα μελαγχολικό buddy movie όσο και ως καταδικασμένο ερωτικό τρίγωνο ανάμεσα σε τρεις περιθωριακούς, που βρέθηκαν άθελά τους σε έναν άνισο αγώνα με το φάντασμα της διαφθοράς. Σαν μια πιο θλιμμένη εκδοχή του Dude από τον «Μεγάλο Λεμπόφσκι», ο Μπόουν του Μπρίτζες αρνείται πεισματικά να ενηλικιωθεί, ανατριχιάζοντας απέναντι στην ιδέα κάθε είδους δέσμευσης, επαγγελματικής ή προσωπικής, και προτιμώντας να πηγαινοέρχεται ανάμεσα στην καμπίνα του σκάφους του και τα δωμάτια ξενοδοχείων όπου παίζει τον ερασιτέχνη πλεϊμπόι.

Απέναντί του, ο Κάτερ του Χερντ περιφέρει μανιασμένα το ακρωτηριασμένο του κορμί, πασχίζοντας μάταια να επουλώσει τα σωματικά και ψυχικά τραύματα που του άφησε ο πόλεμος, μέσα από την προσπάθεια να ξεδιαλύνει έναν γρίφο με αβέβαια έκβαση και να εκδικηθεί έτσι το σύστημα που του στέρησε τα πάντα. Και στον ρόλο της καταθλιπτικής Μο, η Λίσα Έιχορν το συναισθηματικό βάρος της ταινίας,  βασικός συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε δύο φίλους που ίσως δεν έχουν πια τίποτα κοινο και μεγάλο θύμα μιας μάχης που δεν έχει νικητές παρά μόνο χαμένους. 

Η ζοφερή εικόνα του «Cutter's Way» και των - κυριολεκτικά ή μεταφορικά - ανάπηρων ηρώων του αποτελούσε σίγουρα μια ανεπιθύμητη υπενθύμιση του παρελθόντος

Από τη slow motion παρέλαση στην ονειρική σεκάνς των τίτλων αρχής μέχρι το απόκοσμο σάουντρακ του Τζακ Νίτσε («Η Φωλιά του Κούκου», 1975) και το σχεδόν υπερβατικό φινάλε, το «Cutter's Way» ξεχειλίζει από μια πυκνη, υπνωτιστική ατμόσφαιρα μυστηρίου. Παρά τη λουσμένη στο εκτυφλωτικό φως της Καλιφόρνια, σχεδόν αποχρωματισμένη φωτογραφία, η ταινία φλερτάρει έντονα με τους κανόνες και το ύφος του φιλμ νουάρ, ενώ η αντιπαράθεση με ένα σχεδόν απρόσωπο κακό, που τους απειλεί διαρκώς χωρίς εκείνοι να μπορούν πραγματικά  να το αγγίξουν, φέρνει αναπόφευκτα στο μυαλό την «Chinatown» (1974). Όμως δεν είναι η λύση του μυστηρίου που έχει σημασία αλλά η χιμαιρική αναζήτηση μιας δικαιοσύνης ακριβοθώρητης όσο και η λύτρωση από τα τραύματα του παρελθόντος. Τα ίδια τραύματα και τα καταστροφικά λάθη δεκαετιών, για τα οποία τώρα ολόκληρη η Αμερική επιζητούσε πλέον τη λήθη. 

Η ζοφερή εικόνα του «Cutter's Way» και των - κυριολεκτικά ή μεταφορικά - ανάπηρων ηρώων του αποτελούσε σίγουρα μια ανεπιθύμητη υπενθύμιση του παρελθόντος. Τρομαγμένη από την αντιεμπορική φύση του και στα όρια της χρεωκοπίας μετά τον εμπορικό όλεθρο της «Πύλης της Δύσως» η United Artists διένειμε βιαστικά το «Cutter's Way» στις αίθουσες τον Μάρτιο του 1981, για να το αποσύρει μόλις μια εβδομάδα αργότερα μπροστά στη μουδιασμένη υποδοχή μερίδας της κριτικής. Οι διθυραμβικές κριτικές που έκαναν σταδιακά την εμφάνισή τους την έπεισαν να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία μέσω του arthouse παραρτήματός της, της United Artists Classics, το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, όταν στο box office κυριαρχούσαν μεγαθήρια όπως «Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού». Ήταν όμως πολύ αργά. Παρά τη σχετική επιτυχία, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, το «Cutter's Way» σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. 

CUTTER'S WAY
ΗΠΑ, 1981
Σκηνοθέσία: Ιβάν Πάσερ Σενάριο:
 Τζέφρι Άλαν Φίσκιν Φωτογραφία: Τζόρνταν Κρόνενγουεθ Μουσική: Τζακ Νίτσε Πρωταγωνιστούν: Τζεφ Μπρίτζες, Τζον Χερντ, Λίσα Έιχορν, Αν Ντάσενμπερι Διάρκεια: 109'