10:01
10/7

Η «Απόδραση από τη Νέα Υόρκη» και ο εγκλεισμός στην πραγματικότητα

Σαν σήμερα κυκλοφόρησε το 1981 η «Απόδραση από τη Νέα Υόρκη» και το ΣΙΝΕΜΑ θυμάται πώς ο Τζον Κάρπεντερ «είδε» την κινηματογραφική δράση ανάποδα!

Από την Ιωάννα Παπαγεωργίου

Τίποτα δεν εξιτάρει τον όποιο θεατή περισσότερο, από το να βιώσει τον κόσμο του ανάποδα. Από θέση ασφαλείας. Χωρίς να διακυβεύεται τίποτα από όσα θεωρεί δεδομένα. Το να παρακολουθεί την κινηματογραφική κατάργηση κατεστημένων που τον ανέθρεψαν, του προσφέρει την τέλεια, άνευ συνεπειών απόδραση από την πραγματικότητα: βάζει φωτιά στο φυτίλι της αδρεναλίνης του, προκαλώντας τον να επανεκτιμήσει -υποσυνείδητα έστω- όσα έχει στη ζωή του, πριν του επιτρέψει τελικά να επιστρέψει, ανακουφισμένος, στην πεζή καθημερινότητά του.

Η Νέα Υόρκη είναι η πιο χαρακτηριστική και διάσημη μητρόπολης της νεότερης Ιστορίας. Εκείνη που ήταν και παραμένει μια μικρογραφία ολόκληρης της ανθρωπότητας και συνάμα ένας μοντέρνος Πύργος της Βαβέλ, έτσι όπως υποδέχτηκε όλες τις φυλές του πλανήτη στο νησάκι - επίκεντρό της.

Το 1981, ο Τζον Κάρπεντερ κατέλυσε τον θρύλο της. Και το έκανε με έναν κάθε άλλο παρά εντυπωσιακό τρόπο. Μετατρέποντας το πολιορκημένο από το νερό του ποταμού Χάντσον, Μανχάταν, σε φυλακή υψίστης ασφαλείας. Εκεί όπου εξοστρακίζονται οι χειρότεροι εγκληματίες της χώρας. Δέσμιοι μιας αναρχικής κοινωνίας-ζούγκλας, στην οποία ουδείς επιβιώνει πλην του ισχυρού. Μιας κοινωνίας βίαιου φαύλου κύκλου, «οχυρωμένης» πίσω από έναν αδιαπέραστο τοίχο, που έχει χτιστεί σε όλο το μήκος της ακτογραμμής του Μανχάταν. Πλήρως αποκομμένης από το υπόλοιπο, «έννομο» σύμπαν, χάρη στις νάρκες που έχουν σπαρθεί στις πάλαι ποτέ περίφημες γέφυρες της πόλης και στους φρουρούς που στέκουν άγρυπνοι στο -πρώην αξιοθέατο, νυν σταθμός επιτήρησης- Αγαλμα της Ελευθερίας, έτοιμοι να πυροβολήσουν αδιακρίτως, όποιον αποτολμήσει μια ούτως ή άλλως αδύνατη απόδραση. Εκεί, όπου προσγειώνεται με το ζόρι ο μονόφθαλμος - πρώην ήρωας πολέμου και νυν ληστής τραπεζών - Σνέικ Πλίσκειν (Κερτ Ράσελ). Με αποστολή να σώσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες.

Μέσα σ' αυτό το αφηγηματικό πλαίσιο ο Κάρπεντερ πέτυχε να καταλύσει εύστοχα όχι μόνο το θρύλο της Νέας Υόρκης, αλλά και την clean-cut εικόνα του αμερικάνου ήρωα δράσης. Γιατί μπορεί ο Σνέικ να αναδεικνύεται τελικά αλεξίσφαιρός, παραμένει όμως ταυτόχρονα ένα υπερήφανα σημαδεμένο από τα μεγάλα λάθη και πάθη του ανθρώπινο πλάσμα: ένας αμετανόητα κυνικός άνδρας, που δεν πιστεύει σε τίποτα και σε κανέναν. Ενας ήρωας κατά αναγκασμό, που δεν παλεύει υπέρ πατρίδος ή φρούδων ιδανικών. Που πορεύεται με μόνη πυξίδα του την ενστικτώδη ανάγκη του να ζήσει. Με άλλα λόγια, ένας κάθε άλλο παρά μεγαλύτερος από τη ζωή χαρακτήρας.

Πρωταγωνιστής μιας αδιανόητης απόδρασης που έμελλε να πάρει διαστάσεις αστείρευτου cult φαινομένου. Γιατί, αν και εξελίσσεται εν έτει 1998 παραμένει επίκαιρη και αδιάντροπα προφητική, έτσι όπως οι ισχυροί του κόσμου τούτου σηκώνουν ορατά ή μη, αδιαπέραστα «προστατευτικά» τείχη γύρω από τις ασφυκτικά γεμάτες μητροπόλεις τους, σπέρνουν ξενοφοβικές νάρκες στις όποιες γέφυρες επικοινωνίας τους με τους «άλλους» και πυροβολούν αδιακρίτως τα δικαιώματα των πολιτών τους, για να τα «διαφυλάξουν» ενάντια σε μια τρομοκρατική συμμορία που οι ίδιοι γέννησαν...

Β-Μovie (Ιδιαίτερα) Μαθήματα

Χωρίς να προδώσει την καθαρόαιμα... b-movie φύση του, ο Κάρπεντερ επιχείρησε με αυτή την «Απόδραση» την πρώτη και τελικά μοναδική, καθαρόαιμη ταινία δράσης της καριέρας του, τόσο μακριά και όμως τόσο κοντά στο θριαμβευτικό παρελθόν του στις ταινίες τρόμου. Με ένα πενιχρό για τέτοιου είδους φιλμ budget (που δεν ξεπέρασε τα 6 εκατομμύρια δολάρια). Χωρίς εκθαμβωτικά ειδικά εφέ ή ακροβατικής ευελιξίας κυνηγητά. Χωρίς κανένα -πλην ενός (του εναρκτήριου στο Αγαλμα της Ελευθερίας)- πλάνο γυρισμένο στη Νέα Υόρκη (το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων έλαβε χώρα στο Σεντ Λούις του Μιζούρι). Με μοναδικά όπλα του, την υποδειγματικά οικονομημένη αφηγηματική δεινότητά. Το βλάσφημο υπόκωφο χιούμορ. Τη σαρδόνια ερμηνευτική ικανότητα των ηθοποιών. Και το μεράκι σύσσωμου του συνεργείου του (μεταξύ αυτών και του μέλλοντα συναδέλφου του, Τζέιμς Κάμερον, ο οποίος ζωγράφισε τα κτίρια στο φόντο του Σέντραλ Παρκ, για τη σκηνή που το ελικόπτερο πετά αθόρυβα από πάνω) που σκαρφίστηκε μια ευφάνταστη, ανατρεπτική παράλληλη πραγματικότητα.