Απόδειξη της φρίκης δεν είναι τα πτώματα, αλλά η απουσία τους: Tο «Shoah» (1985) του Κλοντ Λανζμάν ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
9:20
27/10

Απόδειξη της φρίκης δεν είναι τα πτώματα, αλλά η απουσία τους: Tο «Shoah» (1985) του Κλοντ Λανζμάν

Tο «Shoah» των εννιάμισι ωρών αποτελεί μια πρωτοφανών διαστάσεων συλλογή μοναδικών ντοκουμέντων και για πολλούς το σημαντικότερο ντοκιμαντέρ πάνω στην σύγχρονη ιστορία.

Από τον Λευτέρη Αδαμίδη

«Shoah» είναι η εβραϊκή λέξη για την καταστροφή, είναι όμως και ο τίτλος ενός αληθινού σχεδίου ζωής για τον σκηνοθέτη Κλοντ Λανζμάν, ο οποίος χρειάστηκε έντεκα ολόκληρα χρόνια για να συγκεντρώσει μαρτυρίες για το Ολοκαύτωμα από θύματα και θύτες σε ολόκληρο τον κόσμο σε μια προσπάθεια να καταγράψει και να τεκμηριώσει συστηματικά το χρονικό του μεγαλύτερου εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας. 

Παιδί γαλλικής εβραϊκής οικογένειας, αντιστασιακός στα δεκαοκτώ του, ο Λανζμάν ήρθε σε επαφή από νωρίς τόσο με τις εβραϊκές του ρίζες όσο και με το κυρίαρχο ρεύμα του υπαρξισμού, δουλεύοντας ως συντάκτης στο περιοδικό του Ζαν-Πολ Σαρτρ «Les Temps Modernes» και αργότερα συνδεόμενος ερωτικά με τη Σιμόν ντε Μποβουάρ. Αυτό το παράξενο πάντρεμα, αυτή η ιδιαίτερη συνάντηση ανάμεσα σε μία στατική, ασυστηρή, δογματική παράδοση και σε μια ανατρεπτική σχολή σκέψης που έβγαινε κατευθείαν από τα ερείπια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου μπορεί σε ένα μεγάλο βαθμό να εξηγήσει τη μοναδική γραφή και την αφηγηματική διαδρομή του «Shoah». Έτσι, για παράδειγμα, το τεράστιο υλικό της ταινίας δεν είναι μονταρισμένο με αυστηρή χρονολογική σειρά, αλλά μοιάζει με αποσπασματικά θραύσματα που απλώνονται σε επαναληπτικούς κύκλους οι οποίοι αναζητούν περισσότερο μια σχεδόν ποιητική βίωση της αλήθειας παρά μια επαγωγική απόδειξη.

Ο Λανζμάν χρησιμοποίησε, άλλωστε, μια πρωτοφανή προσέγγιση για μια ταινία που κααπιάνεται με το Ολοκαύτωμα και μάλιστα με τόσο μεγάλες φιλοδοξίες και μια αναμφισβήτητη ερευνητική προσέγγιση. Στις εννιάμισι σχεδόν ώρες του ντοκιμαντέρ δεν υπάρχει ούτε ένα καρέ οπτικού υλικού από τις φρικαλεότητες των στρατοπέδων, ούτε κανενός είδους αρχειακής μαρτυρίας, ηχητικού ή οποιουδήποτε είδους ντοκουμέντου. Το σύνολο της ταινίας έχει γυριστεί από τον Λανζμάν σε μια καινοφανή προσπάθεια αναπαράστασης του Ολοκαυτώματος με υλικά του σήμερα, μέσα αποκλειστικά από μαρτυρίες επιζώντων και εμπλεκόμενων μαζί με μια εκ νέου επίσκεψη στον τόπο του εγκλήματος όπως είναι σήμερα. Το «Shoah» αρνείται να αποδεχτεί την Ιστορία και το Ολοκαύτωμα ως κάτι αρχειοθετημένο και συνεπώς απωθημένο πια στο παρελθόν, αλλά την αντιμετωπίζει ως κάτι ζωντανό που φτάνει το σήμερα παρά τις προσπάθειες να σβηστούν οι μνήμες και τα ίχνη του.

Η διαδρομή μέσα από τις οδυνηρές μνήμες

Τα υλικά της ταινίας δεν θα μπορούσαν να είναι πιο απλά και στοιχειώδη. Πρώτα από όλα πρόσωπα και φωνές, όλες στη δική τους γλώσσα, κατά απαίτηση του σκηνοθέτη που επέβαλλε τον υποτιτλισμό αποκλείοντας τη μεταγλώττιση ώστε οι μαρτυρίες να μην χάσουν τίποτε από την αυθεντικότητά τους και δυσχεραίνοντας έτσι την εμπορική καριέρα της ταινίας. Για τις ανάγκες του φιλμ, ο Λανζμάν κατέγραψε 350 ώρες συνεντεύξεων, το απομαγνητοφωνημένο κείμενο των οποίων ξεπερνούσε τις 6000 σελίδες και χρειάστηκαν πέντε χρόνια μόνα για να μονταριστούν, ενώ το τελικό κείμενο της ταινίας κυκλοφόρησε και αυτόνομο σε ειδική έκδσοη με πρόλογο της Σιμόν ντε Μποβουάρ.

Οι μαρτυρίες χωρίζονται σε τρεις βασικές κατηγορίες: στους επιζώντες των στρατοπέδων που διατρέχουν εξαντλητικά τις μεγάλες εβραϊκές κοινότητες που βρίσκονται σε κάθε γωνιά της Ευρώπης, από την Τσεχία και την Πολωνία ως την Κέρκυρα, και συμπεριλαμβάνουν ανάμεσά τους και τους περίφημους σοντερκομάντο που οδηγούσαν τα θύματα στους θαλάμους αερίων. Γερμανούς που εργάζονταν στα στρατόπεδα σε διάφορες θέσεις και Πολωνούς, αγρότες και χωρικούς, από τις γύρω περιοχές και χωριά - κάποιοι από αυτούς εγκατεστημένοι σήμερα σε σπίτια εκτοπισμένων Εβραίων - που συχνά ξαφνιάζουν με τον αντισημιτισμό τους ή την αδιαφορία τους για ό,τι συνέβη ακριβώς δίπλα τους. Τις μαρτυρίες συμπληρώνουν ο σπουδαίος ιστορικός Ραούλ Χίλμπεργκ, ο σημαντικότερος μελετητής του μηχανισμού της Τελικής Λύσης που χρησιμοποίησαν οι Γερμανοί για την εξόντωση των Εβραίων, αλλά και ηγέτες και επιζώντες του εβραϊκού γκέτο της Βαρσοβίας.

Ύστερα υπάρχουν τα στρατόπεδα, οι τοποθεσίες, κάποτε ακόμη υπαρκτές, άλλοτε ως αναμνήσεις και φαντάσματα που στοιχειώνουν το σήμερα. Η λεπτομέρεια και η ακρίβεια βρίσκονται, άλλωστε, στην καρδιά του «Shoah», που σε ένα μεγάλο βαθμό θυμίζει δουλειά αρχαιολόγου και τοπογράφου. Όταν για παράδειγμα ο ηλικιωμένος πια μηχανοδηγός του τρένου ξαναπερνά την πύλη του στρατοπέδου της Τρεμπλίνκα, ο Λανζμάν αναρωτιέται αν τα βαγόνια ήταν μπροστά ή πίσω από τη μηχανή και ποιός ήταν ο ακριβής αριθμός τους για κάθε φορτίο. Στα στρατόπεδα, που έχουν διασωθεί σχεδόν ακέραια, η κάμερά του περιεργάζεται σχολαστικά τις ράγες που οδηγούσαν ως εκεί, τους διαδρόμους, τους θαλάμους, τις κάθε λογής εγκαταστάσεις ξανά και ξανά, ώστε να αιχμαλωτιστεί κάθε τους λεπτομέρεια στο ακέραιο. 

Στα λιβάδια που κάποτε βρισκόταν το στρατόπεδο του Κέλμνο, που οι Γερμανοί κατέστραψν ολοσχερώς για να μην αφήσουν στοιχεία, η κ΄μερα στέκεται αρκετά λεπτά για να αφουγκραστεί το παρελθόν και να φιλμάρει την απουσία. Στο στρατόπεδο του Σόμπιμπορ, που τη θέση του έχει πάρει ένα δάσος μετά τη δενδροφύτευση που έκαναν οι Γερμανοί λίγο πριν το τέλος του πολέμου, αναζητά το σημείο που σταματούσαν τα τρένα και προσπαθεί να μετρήσει την απόσταση μέχρι την είσοδο σε μια προσπάθεια να απαντήσει όχι στο γιατί, αλλά στο πώς ακριβώς και πού εκτελέστηκε το ανήκουστο αυτό σχέδιο.

Αναψηλαφώντας το Μωσαϊκό της Φρίκης

Στο κέντρο της αφήγησης βρίσκεται το διαβόητο στρατόπεδο της Τρεμπλίνκα σχεδόν σαν επαναλαμβανόμενο λάιτ-μοτίφ, ο Πολωνός μηχανικός τρένου που οδηγούσε μεθυσμένος το ανθρώπινο φορτίο στα στρατόπεδα, ο αξιωματικός των Ες-Ες Φραντς Σουσόμελ που περιγράφει με λεπτομέρειες το μηχανισμό του θαλάμου αερίων και ο κουρέας του στρατοπέδου, Άμπρααμ Μπόμπα. Γύρω τους απλώνεται ένα μωσαϊκό ανθρώπινων ανατριχιαστικών ιστοριών, και απρόσμενων μαρτυριών που περίτεχνα συμπληρώνουν ή επικυρώνουν η μία την άλλη. Επιζώντες του Άουσβιτς διασταυρώνουν τις αναμνήσεις τους με αυτές ενός Γερμανού εργάτη στα κρεματόρια. Ο Σάιμον Σρέμπνικ, που αναγκαζόταν να ψυχαγωγεί με ναζιστικά εμβατήρια Γερμανούς αξιωματικούς στο Κέλμνο και να πετά στο γειτονικό ποτάμι τα υπολείμματα των αποτεφρωμένων πτωμάτων, ξανατραγουδά μπροστά στην κάμερα. Ένας Γερμανός φρουρός εξηγεί πως στο Κέλμνο χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά ειδικά κατασκευασμένα αυτοκίνητα για την θανάτωση με αέρια. Ο Γιαν Κάρσκι, αντικείμενο επίσης του ντοκιμαντέρ «Karski’s Report» του Λανζμάν, μιλά για τις απεγνωσμένες προσπάθειές του να πείσει τους συμμάχους για τα όσα συνέβαιναν στο γκέτο της Βαρσοβίας και την επερχόμενη γενοκτονία. Ο υπεύθυνος σιδηροδρόμων Βάλτερ Στίερ περιγράφει το μέγεθος και την πολυπλοκότητα της διαχείρισης του σιδηροδρομικού φορτίου κατά τη διάρκεια του τελικού σταδίου της εξόντωσης. 

Ο εντοπισμός όλων αυτών των ανθρώπων σε κάθε γωνιά του πλανήτη αποδείχτηκε το πιο δύσκολο κομμάτι της ταινίας, επιμηκύνοντας διαρκώς το χρόνο ολοκλήρωσής της και δημιουργώντας τεράστια προβλήματα χρηματοδότησης, Σε κάποιες περιπτώσεις, κυρίως των Γερμανών συνομιλητών του, ο Λανζμάν χρησιμοποίησε κάθε δυνατό μέσο και τέχνασμα φτάνοντας να χρησιμοποιήσει ακόμη και κρυμμένες κάμερες και μικρόφωνα, όπως μαρτυρά η κάποτε χαμηλής ποιότητας εικόνα για να αποσπάσει τις πολύτιμες μαρτυρίες. Δέχτηκε απειλές για τη ζωή του κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, μια τουλάχιστον σωματική επίθεση που τον έστειλε στο νοσοκομείο, ενώ κατηγορήθηκε ακόμη και για παράνομη υποκλοπή συνομιλιών και ηχογραφήσεις χωρίς τη συναίνεση και των δύο μερών. Στην περίπτωση του κουρέα της Τρεμπλίνκα, Άμπρααμ Μπόμπα, ο Λανζμάν δε δίστασε να του ζητήσει να του δείξει πως ακριβώς κούρευε τα θύματα πριν οδηγηθούν στο θάλαμο αερίων, οδηγώντας τον σε κατάρρευση, και όμως η σκηνή που βλέπουμε δεν αποπνέει κανενός είδους εκμετάλλευση παρά μόνο τη δίψα για την πολύτιμη αλήθεια. 

Ένα ντοκουμέντο ανομολόγητηης αξίας

Φέτος συμπληρώνονται 33 χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία του «Shoah». Σε μια εποχή που η διάχυση της πληροφορίας είναι πρωτοφανής όσο και η αλλοίωση και η αποσπασματική της χρήση, δε μπορεί κανείς παρά να αισθάνεται δέος απέναντι στη μεθοδικότητα της τεκμηρίωσης του Λανζμάν και τη σπάνια ικανότητά του να εκμαιεύει τη βαθύτερη υπαρξιακή αλήθεια από τους ανθρώπους που έχει απέναντί του. Ούτε μπορεί να μην παρατηρήσει ότι σε αντίθεση με τις περισσότερες ταινίες μυθοπλασίας πάνω στο Ολοκαύτωμα, από την καλλιγραφική αναπαράσταση της βίας στη «Λίστα του Σίντλερ» ως τον ωμό ηχητικό και κλειστοφοβικό καταιγισμό στον «Γιο του Σαούλ» του Λάζλο Νέμες, στις εννιάμισι ώρες του το «Shoah» δεν καταφεύγει ούτε ένα λεπτό σε κανενός είδους συναισθηματικής ή άλλης χειραγώγησης και όμως παραμένει ασύγκριτα αποτελεσματικότερο στη μεταφορά της φρίκης στο μυαλό του θεατή, αφήνοντάς τον ελεύθερο να σκεφτεί ό,τι συνέβη.

Όπως είπε σε μια συνέντευξή του ο Λανζμάν, «σε ολόκληρη την ταινία δεν υπάρχει ούτε ένα πτώμα. Η απόδειξη της φρίκης δεν είναι τα πτώματα, αλλά η απουσία τους». Ένα ανεπανάληπτο υπόδειγμα ντοκιμαντέρ και ερευνητικής δημοσιογραφίας, μια πολύτιμη κιβωτός μνήμης σε εποχές που η ακροδεξιά δείχνει τα δόντια της στην Ευρώπη και μαζί ένας αριστουργηματικός, σχεδόν μεταφυσικός στοχασμός πάνω στο θαύμα και το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης.