11:33
14/5

Κέιτ Μπλάνσετ: Με «βασιλικό» ερμηνευτικό αίμα

50 ετών σήμερα η Αυστραλή Κέιτ Μπλάνσετ, μάλλον η αδιαφιλονίκητη ιέρεια της γενιάς της, με πλήθος ρόλων, αναγνώρισης και πολυποίκιλη, σημαίνουσα εργατικότητα που την τοποθετεί στην σημερινή εμπροσθοφυλακή.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Όπως και οι περισσότερες ηθοποιοί της κλάσης της, κάτι που ισχύει εν πολλοίς και για την προηγούμενη γενιά, η Μπλάνσετ δεν έχει ευτυχήσει σε ταινίες. Οπωσδήποτε υπάρχουν κάποιες κορυφές, αναντίρρητα η παρουσία της μεταμορφώνει μετριότερα έργα σε κάτι αξιολογότερο, δυστυχώς όμως απουσιάζουν οι πραγματικά μεγάλες ταινίες. Υπάρχουν ωστόσο πολύ καλές ταινίες. «Ο Ταλαντούχος Κος Ρίπλεϊ» (1999) είχε μαζέψει την αφρόκρεμα μιας γενιάς που ήταν η σειρά της και η Μπλάνσετ ξεχώριζε. Πίσω από το ακριβοθώρητο, πέρα για πέρα αριστοκρατικό παρουσιαστικό, έβρισκε τη ρωγμή που την έκανε εύθραυστη, «κανονική». Και στιγμάτισε τον ρόλο με μια μελαγχολία απολύτως ταιριαστή στο κομψοτέχνημα του Μινγκέλα.

Υπάρχουν φυσικά οι «Άρχοντες», η τριλογία που αποτελεί κόμβο για το σινεμά, αλλάζοντας το παιχνίδι και σημειώνοντας μια νέα μυθοποιία που χρειαζόταν να ξεκινήσει – enter Marvel. Η Γκαλάντριελ δεν θα μπορούσε να έχει άλλο πρόσωπο, η Μπλάνσετ, μπορεί να έχει το ταλέντο και την τόλμη να τσαλακώνεται, στ’ αλήθεια όμως έχει το πρόσωπο και την όψη μιας αιθέριας, αλλόκοσμης παρουσίας. Υπάρχουν όμως και πάμπολλοι άλλοι ρόλοι, πιο πρωταγωνιστικοί και πιο «κανονικοί».

Ως Λουσίντα δίπλα στον Όσκαρ του Ρέιφ Φάινς στο αξιόλογο εποχής της Τζίλιαν Άρμστρονγκ, που ήταν και το πρώτο πρωταγωνιστικό της. Ως Πέταλ, αιθέριο πέρασμα ξανά, στα «Ναυτιλιακά Νέα» του έξοχου καστ και της νερόβραστης μετριότητας του Λάσε Χάλστρομ στην ούγια. Ως Σάρλοτ Γκρέι στην ομώνυμη ταινία ξανά της Τζίλιαν Άρμοστρονγκ, πάλι μετριότατο το έργο, πάλι εξέχουσα όμως η Μπλάνσετ στον ρόλο μιας αντιστασιακής κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ως Βερόνικα Γκέρεν στην ομότιτλη ταινία του Τζόελ Σουμάχερ, δυναμό ερμηνείας, μάθημα μεταλλαγής σε εντελώς γήινη γυναίκα, ξανά μετριότατο το έργο εντελώς έξω από τον έλεγχό της.

Ενδιάμεσα όμως έχει βρεθεί ο πάλι αλλόκοσμος ρόλος να την αποδείξει στην χώρα του σινεμά. Η «Ελίζαμπεθ» του 1998, θα την κατοχυρώσει περίπου μονομιάς, θα της δώσει την πρώτη της υποψηφιότητα, θα αποκαλύψει «στην χώρα της Μέριλ Στριπ» πως μπορείς να μεταμορφωθείς «μεθοδικά» χωρίς τίποτα να παραπέμπει στην εξωφιλμική σου περσόνα. Το 2002 έρχεται, επιτέλους, ένα ωραίο έργο που πια είναι χαμένο στην αφάνεια. Ο «Παράδεισος» του Τομ Τίκβερ, βασισμένος σε σενάριο του Κισλόφσκι, της βρίσκει χροιές που σε λυπεί να μην υπάρχει ακόμα ο Πολωνός να κάνει την προοριζόμενη ως τριλογία του πάνω της.

Το ’03 παίζει στο ωραίο γουέστερν του Ρον Χάουαρντ «Missing» μαζί με τον Τόμι Λι Τζόουνς, είναι σε ένα σκετς του Τζάρμους στο «Καφές και Τσιγάρα», ενώ την επόμενη χρονιά υποδύεται την Χέμπορν στο «Aviator» του Σκορσέζε, παίρνει τον δεύτερο γυναικείο και γίνεται η πρώτη και μόνη ηθοποιός που πήρε Όσκαρ υποδυόμενη οσκαρούχα ηθοποιό. Πολύ ωραία μικρή ταινία είναι το «Little Fish» (2005) της επόμενης χρονιάς, που το έκανε στην Αυστραλία, ναρκο-δράμα κι όταν η Μπλάνσετ παίζει ταραγμένες γυναίκες είναι ανυπέρβλητη.

Η επόμενη διετία είναι ευτυχής. Από την «Βαβέλ» του Ινιάριτου και το ωραιότατο «Ημερολόγιο Ενός Σκανδάλου» (και τα δύο το 2006) – τον «Καλό Γερμανό» του Σόντερμπεργκ κάνουμε ότι δεν τον θυμόμαστε – θα κληρονομήσει μια ακόμα υποψηφιότητα για το «Ημερολόγιο» και μια κλασάτη ερμηνευτική αναμέτρηση με την Τζούντι Ντέντς. Το ’07 και το ’08 μόνο η Μπλάνσετ θα μπορούσε να παίξει ξανά την Ελισάβετ στο σίκουελ της ταινίας του ’96 (και να ξαναπάρει υποψηφιότητα), τον…Μπομπ Ντίλαν στο «I’m Not There» του Χέινς (επίσης υποψηφιότητα, άλλοι δέκα το έχουν καταφέρει στην ίδια χρονιά) και την «κακιά» Σοβιετική στον σφαγιασθέντα τέταρτο «Ιντιάνα» – που φυσικά είμαστε κι εμείς που αγαπάμε πιο πολύ απ’ όλους. Η Μπλάνσετ στρογγυλοκάθεται σε θρόνο θριάμβου και την θέλει κι ο Φίντσερ στον Μπέντζαμιν Μπάτον του, ξανά αυτή (και η Σουίντον, ναι) είναι που γεμίζει την οθόνη την απαραίτητη μελαγχολία του θέματος, βγάζοντάς τα πέρα και με βασικές κινήσεις μπαλέτου.

Μετά ψάχνεις με το τηλεσκόπιο να βρεις καλή ταινία, οπότε έρχεται προς διάσωση ο Γούντι Άλεν το 2013 με την «Θλιμμένη Τζάσμιν», όμως είναι η Μπλάνσετ που απογειώνει και τον ρόλο που έφτιαξε ο Γούντι, τέτοια αποτύπωση του ψυχολογικού ερειπίου που θέλει να φαίνεται συγκροτημένο δεν συναντάς, Όσκαρ Πρώτου Γυναικείου αναπόφευκτο. Επ’ ευκαιρίας του έργου, απαντώντας στις τρισάθλιες κατηγορίες εναντίον της συνεργασίας της με τον σεσημασμένο εγκληματία Άλεν, η Μπλάνσετ θα απαντήσει ως καλλιεργημένος, σοβαρός άνθρωπος που με μια ματιά διαπιστώνεται πως είναι άλλωστε, πως «ο δικαστικός θεσμός απαντά σε κατηγορίες, όχι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης».

Το 2015 με την «Carol», του Χέινς και πάλι, θα βαρύνει άψογα και πάλι μια πάσχουσα ταινία (ξανά υποψήφια), θα κάνει την κακιά βασίλισσα στην «Σταχτοπούτα» του Μπράνα (έξοχη είναι), ενώ θα παίξει και μαζί με τον Ρέντφορντ στο σαθρό «Truth» υποδυόμενη ακέραια την παραγωγό του θρυλικού «60 Μinutes» και θα αποστομώσει με μια μεταμορφωτική επίδειξη στο «Manifesto» που και μόνο ως ερμηνευτική πρόκληση αρκεί να την αποθέσει στην σημερινή κορυφή που της ανήκει. 

Όλα αυτά τα χρόνια, μετά από 2 Όσκαρ (6 υποψηφιότητες), 3 Χρυσές Σφαίρες (9 υποψηφιότητες), 3 BAFTA (7 υποψηφιότητες), 3 SAG (14 υποψηφιότητες) και πολλά ακόμα, η Μπλάνσετ είναι ακούραστα ενεργή στο θέατρο (την Μπλανς της στο Λεωφορείο ο Πόθος, σε σκηνοθεσία Λιβ Ούλμαν, αποθέωσαν η Τζέιν Φόντα και η Μέριλ Στριπ – καθώς και σύσσωμη η θεατρική κριτική) και στα αυστραλιανά πράγματα ως πρέσβειρα σε περίπου «ό,τι κινείται» σχετικά με τον Κινηματογράφο, ενώ τιμές και παράσημα συσσωρεύονται ήδη ενώ είναι πρακτικά νεότατη.

Να είναι γερή, όλος ο δρόμος μπροστά της, λίγη τύχη δεν θα έβλαπτε κιόλας να φέρει και μερικές καλύτερες ταινίες στο διάβα της.