13:03
12/3

Ζακ Οντιάρ: Σταθερά υψηλών προδιαγραφών

Με αφορμή το «The Sisters Brothers» που θα δούμε από την Πέμπτη στις αίθουσες, υπενθυμίζουμε την λαμπρή και αξιοσημείωτα σταθερή καριέρα του Ζακ Οντιάρ, του πιο βραβευμένου Γάλλου σκηνοθέτη της γενιάς του κι ενός από τους σταθερά πιο ενδιαφέροντες.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Κάτι φαίνεται να κάνει (πολύ) σωστά ο Ζακ Οντιάρ για τα φεστιβάλ, τις Ενώσεις, τους κριτικούς, ενίοτε και για το κοινό. Για έναν άνθρωπο που δεν έβαλε ρότα για το σινεμά και την σκηνοθεσία παρά αρκετά καθυστερημένα – το 1994 στα 42 του με το «Κοίτα τους Άνδρες Όταν Πέφτουν» - που έβγαζε το ψωμί για αρκετά χρόνια γράφοντας σενάρια (μεταξύ αυτών και τον «Επαγγελματία» του Λοτνέρ με τον Μπελμοντό), το βιογραφικό του Οντιάρ είναι θεαματικό.

Οι ταινίες μπορεί να είναι μόλις οκτώ, όμως τα βραβεία υπερπολλαπλάσια. Ο ίδιος μπορεί να δηλώνει πως δεν ενδιαφέρεται πια να συμμετέχει σε διαγωνιστικά τμήματα (και πως δεν θέλει να ξαναβρεθεί στις Κάννες!), όμως οι ταινίες του διαπρέπουν σωρηδόν τόσο στα Σεζάρ, όσο και στις Κάννες, τα BAFTA, τις κριτικές ενώσεις και την εξαπλωμένη συνείδηση πως πρόκειται για έναν μείζονα δημιουργό του ευρωπαϊκού σινεμά.

Το '94 λοιπόν με Κασοβίτς και Τρεντινιάν κάνει το «Κοίτα τους Άνδρες Όταν Πέφτουν», σήμερα δεν είναι πια γνωστό, τότε ένας μικροσάλος είχε δημιουργηθεί, κάτι σαν γαλλικό «Get Carter» στο θέμα, φλερτ του Οντιάρ με το αγγλοσαξονικό σινεμά, φλερτ που υποδεικνύει έναν έρωτα και κάνει τον ίδιο να λέει «πάντα αισθάνομαι πως κάνω γαλλικό σινεμά με υπότιτλους».

Δύο χρόνια μετά έρχεται «Ένας Πολύ Διακριτικός Ήρωας», βραβείο Σεναρίου στις Κάννες, και πάλι ο Κασοβίτς στην εμπροσθοφυλακή, ίσως στον καλύτερο ρόλο του. Ο Οντιάρ εξετάζει, χωρίς γλυκύτητα αλλά και χωρίς κυνισμό, την ανθρώπινη αδυναμία, τις αυταπάτες, την προσπάθειά μας να πείσουμε εαυτόν και αλλήλους πως η ζωή μας δεν είναι μια σπουδή στην μετριότητα αλλά μια αδιάλειπτη σεκάνς ηρωϊσμών και σημασίας. Η απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την φαντασία είναι μια πάγια θεματική του σκηνοθέτη και εδώ βρίσκει την πιο γερή της έκφανση.

Μπορεί ο Οντιάρ να δηλώνει βασιλικότερος του βασιλέως σε ζητήματα #metoo και αντιπροσώπευσης γυναικών δημιουργών στα φεστιβάλ, εντούτοις στις ταινίες του κατά βάση απουσιάζουν οι μείζονες γυναικείοι ρόλοι. Εξαίρεση αποτελεί το «Πάνω στα Χείλη μου», με τον Βενσάν Κασέλ στο ρόλο ενός μικροκακοποιού που αποφυλακίζεται με αναστολή και την Εμανουέλ Ντεβός που είναι θαυμάσια στον ρόλο μιας απογοητευμένης από ζωή, δουλειά και έρωτα κωφής που διαβάζει χείλη και στο πρόσωπο του bad boy Βενσάν βρίσκει έναν άνθρωπο που την εμπνέει και την τιμά. Ελαφρώς υπερεκτιμημένο ίσως, αλλά με ωραίες νύξεις πάνω στην έννοια του έτερου ήμισυ και του ταιριάσματος, της απουσίας του σεξ σε μια εμφανώς ερωτική σχέση, του μπλεξίματος των κινηματογραφικών ειδών καθώς κι ένας ωραιότατος ρόλος κι ερμηνεία από την Ντεβός.

«Ο Χτύπος που Έχασε η Καρδιά μου» (2005), η πρώτη μεγάλη ταινία του, μια συνέχεια του «Διακριτικού Ήρωα» στο θέμα της διπλής ζωής, μια ακόμα χαρακτηριστική σπουδή πάνω στην απόσταση του πνεύματος από το σώμα, του ονείρου από την κληρονομιά, τον (σκορσεζικό) δεσμό του αρσενικού ήρωα που δεν του επιτρέπει να ανυψωθεί πάνω από τις συνθήκες. Με τη διαφορά πως ο σκορσεζισμός τελειώνει πριν το φινάλε, ο Οντιάρ εδώ θα διαλέξει ένα διαφορετικό τέλος για το επαναστατικό ήρωά του. Σεζάρ Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Σεναρίου.

Τέσσερα χρόνια μετά έρχεται ο «Προφήτης», ένα αριστοτεχνικό πορτρέτο μέσω Νιλς Άρεστρουπ (που έπαιζε και στον «Χτύπο») ενός μεγαλομαφιόζου, που έκανε κάποιους να μιλήσουν για το φιλμ ως «Νονό» των φυλακών. Μην τα παραλέμε, αλλά είναι ωραία ταινία ο «Προφήτης», έχει μια αξέχαστη αιματοβαμμένη σκηνή και δουλεύει νοηματικά έξοχα την προβληματική του πως η Δύση «καταστρέφει» την Ανατολή εκμαυλίζοντας κάθε τι διαφορετικό από δαύτην. Πληθώρα βραβείων μεταξύ των οποίων Σεζάρ ξανά για Ταινία, Σκηνοθεσία και Σενάριο, δεύτερο βραβείο στις Κάννες και BAFTA καλύτερης ξενόγλωσσης.

Το 2012 έρχεται το «Σώμα με Σώμα», το ρομαντικό δράμα της φιλμογραφίας του, εύγλωττη, εύπεπτη καθώς και εύθραυστη ταινία ερμηνειών φτιαγμένων να αγαπηθούν, όσο δεν μπορείς να της προσάψεις, άλλο τόσο μπορεί κάποιος να σου ανταποδώσει μια υπερβολική σκηνοθεσία των συναισθημάτων του θεατή, ψιλά γράμματα αυτά για πολλούς. Αναμενόμενα πολλά εισιτήρια, ένας γυναικείος ρόλος επίσης (η πανέμορφη Κοτγιάρ) για μια φιλμογραφία που δεν αποσκοπεί συχνά προς τα εκεί, παράδοξος έρωτας και η τυπική θεματική γεφυρώματος της εσωτερικής αλήθειας με την εξωτερική συμπεριφορά, συνιστούν ένα σύνολο που ξανά αγαπήθηκε από το (σχεδόν) συνολικό σώμα των φεστιβάλ έστω και αν έμεινε χωρίς πολλά βραβεία.

Το «Dheepan: Ο Άνθρωπος Χωρίς Πατρίδα» του 2015, ο Χρυσός Φοίνικας του Οντιάρ, μια μεταγραφή εν μέρει των «Αδέσποτων Σκυλιών» του Πέκινπα, πολλοί είδαν ενοχλητική shoot 'em up απολογία στο φινάλε – κι αυτό την έκανε αμφιλεγόμενο Φοίνικα – ωστόσο ο τυπικός Οντιάρ είναι εδώ, σκεπτικός, μεθοδικός, σε υπόγειο αναβρασμό, με την απόσταση ανάμεσα στην ανθρωπιά και την εθνική ταυτότητα και μια στρωτά αφηγημένη οδυσσεϊκή ιστορία προσπάθειας εγκατάστασης βιαίως εκπατρισθέντων σε μια νέα χώρα.

Αναμένοντας το «Sisters Borthers», της πρώτης του ομιλούσης την αγγλική, ο Οντιάρ είναι ένας εγνωσμένα στιβαρός κινηματογραφιστής μιας σοβαρά εμπεριστατωμένης και, εκπληκτικά, δίχως σκαμπανεβάσματα φιλμογραφίας που αποτελεί από τα πιο ισχυρά χαρτιά μιας (λεγόμενης) ευρωπαϊκής κινηματογραφίας που, στην καλύτερη περίπτωση, είναι η απόδειξη μιας σταθερά παραγωγικά ανθούσας γαλλικής.