17:11
8/2

Άλμπερτ Φίνεϊ: Το πρόσωπο της άνοιξης του αγγλικού σινεμά

Σαν σήμερα γεννιέται το συνώνυμο του free cinema, της αγγλικής κινηματογραφικής άνοιξης αλλά κι ενός διεθνούς ρεπερτορίου που αρκεί να μας κάνει τον πρόσφατο χαμό του σταθερή μελαγχολική νότα απώλειας για το σινεμά μας.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Κάποιες φορές, ίσως όχι τόσο λίγες όσο θα προτιμούσες, οι θάνατοι ορισμένων καλλιτεχνών του κινηματογράφου που αγάπησες σε αφήνουν λίγο πιο μετέωρο και μοναχικό, λίγο πιο ανέτοιμο. Δεν είναι εύκολο για κάποιους από εμάς να είμαστε τυπικοί με τον Άλμπερτ Φίνεϊ.

Ο βασικός λόγος για κάτι τέτοια πράγματα σε ξαπλώνει σ’ ένα κάποιο αυτοψυχαναλυτικό ντιβάνι. Η κατάκλιση του υπογράφοντος του θυμίζει πως τον Άλμπερτ Φίνεϊ τον πρωτοείδε στο «Αττικόν» του 1982 (ή ίσως 1983) στην «Άννυ», εκείνο το εκτός σειράς μιούζικαλ που είχε φτιάξει ο Τζον Χιούστον και η κριτική κατέσφαξε άμα τη εμφανίσει. Η κριτική ναι. Η θα ‘ταν δεν θα ‘ταν δεκαετής ψυχή μου, καθόλου. Καθώς η μητέρα εργαζόταν σε μια επιχείρηση του κτιρίου που στέγαζε τον κινηματογράφο είχα ελευθέρας για όσες ταινίες, σε όσες προβολές. Την «Άννυ» πρέπει να την είδα τουλάχιστον δέκα φορές, πολλές απ’ αυτές συνεχόμενες.

Τον Άλμπερτ Φίνεϊ τον αγάπησα εκτότε. Είχε βαριά φωνή, ήταν αγριωπός πολύ, φώναζε κι όμως από την αρχή καταλάβαινες ότι είναι μάλαμα, πως τα μάτια του είναι καλοσυνάτα σαν μικρού παιδιού (ίσως γι’ αυτό του ταίριαξε τόσο το «Big Fish» του Τιμ Μπέρτον δεκαετίες αργότερα), ότι σαν καλός μπαμπάς θα φωνάξει όταν πρέπει και μετά θα σε πάρει μια αγκαλιά πρέπουσα και ουσιαστική στο τέλος να μην ανησυχήσεις για την αγάπη του. Είναι καλές πατρικές φιγούρες αυτές.

Πιο αντικειμενικά. Ο Φίνεϊ ήταν ο Τζίμι Ντιν των Άγγλων (άλλη σύμπτωση, ο Ντιν είχε γενέθλια την μέρα που πέθανε ο Φίνεϊ), ήταν το οργισμένο νιάτο, η ηθοποιάρα που έσκασε δίπλα στον Λόρενς Ολίβιε σε κείνο το καταπληκτικό «Entertainer» του Τόνι Ρίτσαρντσον το 1960. Έγινε η όψη του free cinema (διαβάστε εδώ) μέσα από έργα που καθόρισαν την φυσιογνωμία του αγγλικού σινεμά για μια δεκαετία. Έγινε ο επί πολλά χρόνια μαικήνας αναδυόμενων Άγγλων δημιουργών των kitchen sink δραμάτων – ο Μάικ Λι και ο Στίβεν Φρίαρς ας πούμε, τα ντεμπούτα τους γυρίστηκαν με οικονομική ή/και πρωταγωνιστική βοήθεια του Φίνεϊ.

Υπάρχουν δεκάδες ρόλοι του να μνημονεύσει κανείς, το παιχνιδιάρικο κύρος που έφερνε μ’ εκείνη την σαν θολή τρομερή φωνή του μ’ εκείνο το βλοσυρό βλέμμα που, τόσο παράδοξα, έλεγες θα ξεσπάσει σε ακράτητα γέλια στην επόμενη στιγμή.  Ήταν ωραίος «ανώριμος» ενήλικας ο Άλμπερτ Φίνεϊ.

Έπινε παροιμιωδώς, ο τελευταίος της παρέας των Ο’ Τουλ, Ριντ, Μπάρτον, Χάρις, ενός βρετανικού rat pack με ιστορίες χωρίς τελειωμό, ανδρικής ανωριμότητας που από μια μεριά αυτοκαταστρεφόταν από μια άλλη διέθετε αποσκευές να φορτώσει ρόλους που κάποιοι από εμάς δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Έπαιξε αξεπέραστα αυτόν ακριβώς τον ρόλο (and then some) στο θρυλικό «Κάτω από το Ηφαίστειο» υπό την εποπτεία του Τζον Χιούστον φυσικά.

Έπαιξε τον Πουαρό στο «Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές», έκανε τον Σκρουτζ (1970), έκανε τον γέρικο ηθοποιό στον «Αμπιγιέρ» (1983). Ήταν φυσικά στα εμβληματικά των βρετανικών ‘60ς «Tom Jones», «Σάββατο Βράδυ Κυριακή Πρωί» και στο ωραίο «Night Must Fall» του έτερου του βρετανικού new wave, Κάρελ Ράις, έπαιξε και για τη νέα γενιά που τον είχε κορώνα στο κεφάλι της. «Το Πέρασμα του Μίλερ» των αδελφών Κοέν, μια πολύ ωραία «Εκδοχή του Μπράουνινγκ» για τον Μάικ Φίγκις, «Traffic» και «Έριν Μπρόκοβιτς» για τον Σόντερμπεργκ, πέρασμα από Μπουρν για τον Γκρίνγκρας και φυσικά το, για μας πάντα, πολύ συγκινητικό πέρασμα στο «Skyfall» που έμελλε να είναι και ο τελευταίος του ρόλος.

Για τον Ντάντι Γουόρμπακς της «Άννυ» όμως και μόνο, Άλμπερτ Φίνεϊ θα μας λείπεις. Μας συντρόφευσες, μας συνόδευσες, αισθανθήκαμε την ευφορία της ερμηνευτικής παρουσίας και της ζεστής φλεγματικής σου ιδιοσυγκρασίας. Σηκώνουμε το ποτήρι όπως αναμφίβολα ολάκερη η παλιοπαρέα εκεί που είστε κάνει.