Η Ευνοούμενη

The Favourite

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ/Η.Βασίλειο/Ιρλανδία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιώργος Λάνθιμος
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ντέμπορα Ντέιβις, Τόνι ΜακΝαμάρα
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ολίβια Κόλμαν, Ρέιτσελ Βάις, Έμα Στόουν
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ρόμπι Ράιαν
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 119'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Odeon
    <ARTICLE TITLE/>

Πολυαναμενόμενη, πολυσυζητημένη, πολυβραβευμένη, η υποψήφια για 10 Όσκαρ «Ευνοούμενη» έφτασε επιτέλους στις αίθουσες. Όλα για τον Yorgos.

Από τον Πάνο Γκένα

«Νομίζεις πως κέρδισες, ε; Δεν παίζαμε το ίδιο παιχνίδι.»

Φιλάρεσκα παιχνίδια εξουσίας, μοιραία θύματα στα παιχνίδια του έρωτα και θλιβερές απώλειες στο παιχνίδι της ζωής, «Η Ευνοούμενη» του Γιώργου Λάνθιμου είναι μία παρτίδα πολλαπλών κινηματογραφικών παιχνιδιών στη σταθερά ανοδική πορεία του Έλληνα σκηνοθέτη. Με πρώτη ύλη την επίμονη ιστορία μιας βασιλικής ίντριγκας, γεμάτης πάθος, φθόνο και προδοσία, ο σκηνοθέτης (συ)στήνει τους παίκτες, ορίζει το χρονικό πλαίσιο (αρχές του 18ου αιώνα, την περίοδο που η Αγγλία βρισκόταν σε πόλεμο με τους Γάλλους) και ελέγχει την πορεία του παιχνιδιού. Αποτέλεσμα; Μία απολαυστική, κωμική τραγωδία.

Στην Αυλή της φιλάσθενης Βασίλισσας Άννας (Ολίβια Κόλμαν), η φιλόδοξη Λαίδη Σάρα Τσόρτσιλ (Ρέιτσελ Βάις) ασκεί εξουσία ως επιστήθια σύμβουλος, αλλά και κρυφή ερωμένη της. Οι ισορροπίες θα διαταραχθούν με την εμφάνιση της νεαρής Άμπιγκεϊλ Χιλ (Έμα Στόουν), έκπτωτης αριστοκράτισσας και μακρινής ξαδέρφης της Σάρα, που ζητά δουλειά στο παλάτι. Όσο το μέτωπο του πολέμου εντείνει την πίεση για μία λύση, μία εξίσου ανελέητη μάχη για την άσκηση επιρροής και την αγάπη της Βασίλισσας θα δοθεί μέσα στους τοίχους του παλατιού.

Σε πλήρη συνάφεια με το λανθιμικό σύμπαν υπηρετεί το συνεπές δημιουργικό όραμα του σκηνοθέτη.

Ο Γιώργος Λάνθιμος στην τρίτη αγγλόφωνη δουλειά του πειραματίζεται φορμαλιστικά με το είδος της ταινίας εποχής μετά την αφαιρετική, επιστημονική φαντασία του «Αστακού» και το αστικό θρίλερ του «Ιερού Ελαφιού». Κινηματογραφώντας μοναχικούς ανθρώπους σε τεράστιους χώρους εκσυγχρονίζει την πολυκαιρισμένη δαντέλα του είδους και δημιουργεί έναν κόσμο αντιθέσεων με σαφείς αναφορές. Το φυσικό φως των γυρισμάτων και η μπαρόκ μουσική επένδυση παραπέμπει άμεσα στο «Μπάρι Λίντον» του Κιούμπρικ, οι ευρυγώνιοι φακοί και η κίνηση της κάμερας θυμίζουν προηγούμενες ταινίες (εποχής ή μη) από τον Μίλος Φόρμαν («Αμαντέους») ως τον Γιούρα Χερτζ («Cremator») και η επιρροή του «Συμβολαίου του Σχεδιαστή» (1982) του Πίτερ Γκρίναγουεϊ είναι εμφανέστατη. Η «Ευνοούμενη» όμως ενσωματώνει πλήρως τα δάνειά της, αποκτά αυτονομία και σε πλήρη συνάφεια με το λανθιμικό σύμπαν υπηρετεί το συνεπές δημιουργικό όραμα του σκηνοθέτη, όπως το έχει ορίσει ήδη από την «Κινέττα» (2005).

Εντελώς προσβάσιμη στο ευρύ κοινό (η ταινία είναι υποψήφια για 10 Όσκαρ), αλλά χωρίς συμβιβασμούς, αποτελεί την πρώτη δουλειά του Λάνθιμου που δεν βασίζεται σε δικό του σενάριο (το υπογράφουν η Ντέμπορα Ντέιβις και ο Τόνι Μακ Ναμάρα). Στο σύνολο μιας πνευματώδους μονομαχίας ευφυολογημάτων, η σφραγίδα του σκηνοθέτη είναι εύληπτα κατανοητή. Η γοητεία στη νοηματοδότηση των λέξεων ενός σεναρίου που είναι εντελώς σύγχρονο σε αντιδιαστολή με το περίβλημα «εποχής» και οι εμμονές του, καθώς και η οπτική τους καταγραφή, διατρέχουν την ταινία. Η κίνηση των σωμάτων και ο αναχρονισμός μιας σκηνής χορού, τα ζώα ως ανθρώπινα σύμβολα (από τους χιουμοριστικούς αγώνες πάπιας μέχρι την τραγική επεξήγηση των οικόσιτων κουνελιών της Βασίλισσας), ο αυτοτραυματισμός που προκαλεί το επόμενο εξελικτικό βήμα, ο «ακρωτηριασμός» του βλέμματος (η τύφλωση ή τα δεμένα μάτια επιστρέφουν θεματικά σε κάθε του ταινία) και ασφαλώς το δηκτικό, υποδόριο χιούμορ είναι δηλωτικά του Λάνθιμου και παρόντα στην «Ευνοούμενη». Επιπλέον βρίσκει σημαίνουσες οπτικές ιδέες όπως η ανέλιξη της Άμπιγκεϊλ από την κουζίνα στην κρεβατοκάμαρα, το χρυσό ταβάνι του διαδρόμου που συνδέει τους χώρους, η ανάσα που προσφέρει η εξωτερική σκηνή στο δάσος, εκεί όπου μπορεί να ανθίσει ένας κεραυνοβόλος έρωτας λίγο πριν μεταλλαχθεί σε κάτι τοξικό όταν μεταφερθεί στους τέσσερις τοίχους του παλατιού. Με πλήρη κατανόηση στο περιεχόμενο και το κέντρο βάρους της ταινίας, ο Λάνθιμος εμπλουτίζει διακριτικά το παιχνίδι.

Μία απολαυστική κωμική τραγωδία.

Σύμμαχός του στην κινηματογραφική εύνοια, η Αυλή της ταινίας, στην οποία προεξάρχουσα θέση έχει η ερμηνευτική τριπλέτα των Ολίβια Κόλμαν, Ρέιτσελ Βάις, Έμα Στόουν, που περιποιείται βασιλικά το σενάριο. Η ισορροπία κωμωδίας και δράματος που επιτυγχάνει η σπουδαία καρατερίστα Ολίβια Κόλμαν ως Βασίλισσα Άννα (στη δεύτερη μετά τον «Αστακό» συνεργασία της με τον Λάνθιμο, όπως άλλωστε και η Βάις) θα έπρεπε να της χαρίσει τα φετινά βραβεία ερμηνείας χωρίς δεύτερη κουβέντα, η χρονιά όμως φαίνεται πως είναι της Γκλεν Κλόουζ. Μαζί της η ματαιόδοξη Στόουν (με εξαιρετική βρετανική προφορά) και η βιτριολική Βάις, συνεπικουρούν δυναμικά σε τέτοιο βαθμό ώστε είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις μία από τις τρεις. Στο τέλος της ταινίας η απάντηση που θα δώσει ο θεατής στο ποια είναι η «πρωταγωνίστρια» του έργου είναι ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι - μέσα στα τόσα -  ικανό να αλλάξει την ανάγνωσή της αναδρομικά. Αξια αναφοράς και η μετρημένη, καταλυτική ερμηνεία του Νίκολας Χουλτ στο ρόλο του αδίστακτου υπουργού Ρόμπερτ Χάρλεϊ, ενός ηθοποιού που μπορεί να κλέβει εύκολα εντυπωσεις και σκηνές, φτάνει να θυμηθείτε τα «Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής» και «Warm Bodies».

Διόλου τυχαία, οι υποψηφιότητες των Όσκαρ φανερώνουν το υψηλό τεχνικό επίπεδο της ταινίας. Σε μονοχρωματικές παλέτες του άσπρου-μαύρου, τα ευρηματικά κοστούμια της τεράστιας Σάντι Πάουελ (3 Όσκαρ, 14 υποψηφιότητες) «ανδρώνουν» τις γυναίκες της Αυλής και στέκουν στον αντίποδα των κλασικότροπων, φαντεζί κοστουμιών των μονίμως μακιγιαρισμένων ανδρών απέναντι στις άβαφες, «χωρίς μάσκα» γυναίκες. Η καλλιτεχνική διεύθυνση βαραίνει πνιγηρά τους χώρους του παλατιού, την ώρα που η Διεύθυνση Φωτογραφίας αναζητά την γνησιότητα του αυθεντικού φωτός και το μοντάζ του Γιώργου Μαυροψαρίδη (πρώτος Έλληνας μοντέρ υποψήφιος για Όσκαρ στην ιστορία του θεσμού) συνδέει εννοιολογικά τα παιχνίδια αποπλάνησης πνεύματος και σάρκας.

Αβίαστα αστεία, σφόδρα ειρωνική, φεμινιστική μα καθόλου μονοδιάστατη, η «Ευνοούμενη» του Γιώργου Λάνθιμου είναι μία σάτιρα που συνδέει τη μικρή κλίμακα των προσωπικών σχέσεων με τη μεγάλη επιρροή που έχουν οι λίγοι. Και λίγο πριν το τέλος, μέσα στο κλιμακούμενο φαρμακερό παιχνίδι για την επιβίωση, ο κεφάτος μισανθρωπισμός του σεναρίου θα δώσει άξια τη θέση του στο ουσιώδες ερώτημα: Τι νόημα έχει να κερδίσεις την εύνοια των ανθρώπων, αν εκείνοι έχουν χάσει προ πολλού την εύνοια της μοίρας;

«Νομίζεις πως κέρδισες, ε; Δεν παίζαμε το ίδιο παιχνίδι.»

INFO
Η ταινία «Η Ευνοούμενη» κυκλοφορεί 31 Ιανουαρίου σε επιλεγμένες αίθουσες (Odeon Όπερα και Αβάνα) πριν την επίσημη κυλοφορία της σε ευρύτερο κύκλωμα αιθουσών στις 7 Φεβρουαρίου.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Η Ευνοούμενη
  • Η Ευνοούμενη