ΕΙΔΗΣΕΙΣ

«Μια Φανταστική Γυναίκα», «Foxtrot», «Χωρίς Αγάπη» θα διεκδικήσουν το ξενόγλωσσο Όσκαρ

Νήμα

Thread

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2016
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ:
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: The Boy
    ΣΕΝΑΡΙΟ: The Boy
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Σοφία Κόκκαλη, Βαγγέλης Λουκίσας
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Σιμός Σαρκετζής
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Felizol & The Boy
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 96'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Weird Wave
    <ARTICLE TITLE/>

Μέσα από μια εναλλακτική και απολύτως αφαιρετική ανάγνωση της ελληνικής ιστορίας δύο ολόκληρων δεκαετιών, η οποία εκτοξεύεται σταδιακά στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, ο Αλέξανδρος Βούλγαρης παραδίδει μια ακόμη 100% δική του ταινία, ικανή να διχάσει και να συνεπάρει εξίσου.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Αν ήμουν φίλος ή συνεργάτης του Αλέξανδρου Βούλγαρη και μπορούσα να τον συμβουλέψω με κάθε ειλικρίνεια και ευγενική διάθεση, θα του πρότεινα να παιδέψει ακόμη περαιτέρω την πλευρά του σεναριογράφου με την οποία παλεύει εδώ και τέσσερις, τώρα, ταινίες. Για την πλευρά του σκηνοθέτη δεν χρειάζεται να κάνει το παραμικρό γιατί έχουμε σαφέστατα το παράδειγμα ενός ιδιαίτερου και ταλαντούχου δημιουργού που μπορεί και πραγματοποιεί τα μέγιστα μέσα από τα ελάχιστα, υπηρετώντας πάντοτε ένα δικό του προσωπικό και απολύτως ιδιοσυγκρασιακό σινεμά.

Επειδή δεν είμαι, παρ' όλα αυτά, τίποτα περισσότερο από ένας καλοπροαίρετος θεατής οφείλω να δηλώσω ότι η καινούργια ταινία την οποία ο Βούλγαρης υπογράφει με το όνομα The Boy, το καλλιτεχνικό alter ego του δηλαδή, φάνηκε στα δικά μου μάτια τουλάχιστον ως μια χαμένη ευκαιρία, μια ευγενής αποτυχία που όσες σκηνοθετικές αρετές επιδεικνύει, άλλο τόσο δουλεύει υπονομευτικά και εις βάρος τους. Και ο βασικός λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό είναι περίπου και ο ίδιος που ποτέ μέχρι στιγμής δεν έχει επιτρέψει στον Βούλγαρη να υπογράψει κινηματογραφικά κάτι αληθινά σημαντικό: το σενάριο. Ή καλύτερα η απουσία του.

H φαντασία απογειώνεται μέσα από μια σειρά πλάνων που άλλοτε αιφνιδιάζουν με τη σύλληψή τους και άλλες φορές βυθίζονται σε ένα παραισθησιογόνο παιχνίδι χρωμάτων, φωτισμών και σχημάτων.

Στο φιλόδοξο και φορμαλιστικά τολμηρό «Νήμα», και σε μια χρονική περίοδο η οποία ξεκινά στην Αθήνα του 1972 για να ολοκληρωθεί (εκεί;) στα μέσα της δεκαετίας του '90, ακολουθούμε την πορεία της Νίκης, μιας φιγούρας-κλειδί στον αγώνα κατά της χούντας των συνταγματαρχών η οποία αναγκάζεται να θέσει σε δεύτερη μοίρα την ανατροφή του μικρού γιου της προκειμένου να αφοσιωθεί με μανία και αυταπάρνηση στον αντιστασιακό αγώνα της. 

Επειδή, όμως, βρισκόμαστε στον εξεζητημένο φιλμικό κόσμο του νεαρού Βούλγαρη το διαζύγιο με κάθε ρεαλιστική απεικόνιση του παρελθόντος είναι δεδομένο εξαρχής, στοιχεία επιστημονικής φαντασίας κάνουν όλο και πιο απόλυτη την εμφάνισή τους και η δράση είναι στηριγμένη εξ ολοκλήρου επάνω και γύρω από το σώμα της ηρωίδας (η Σοφία Κόκκαλη, εξαιρετική σε γυναικείο και αντρικό ρόλο), σε σημείο που οποιοσδήποτε άλλος χαρακτήρας στην ταινία είτε φαίνεται αποσπασματικά, είτε βρίσκεται εκτός κάδρου και ακούγεται μοναχά η φωνή του. Με άλλα λόγια, αυτό που αντικρίζει κανείς επί οθόνης διαρκώς είναι η φιγούρα και, κυρίως, το πρόσωπο της ηθοποιού.

Μακάρι οι εικονογραφικές σπίθες τις οποίες εκτοξεύει ανά τακτά διαστήματα το «Νήμα» να έκρυβαν πίσω τους κάτι περισσότερο από έναν κρυπτικό και αναξιοποίητο σκελετό ιστορίας.

Αυτό το οπωσδήποτε θαρραλέο στιλιστικό εύρημα, που λειτουργεί αρχικά με τρόπο αποξενωτικό στον θεατή και τον φέρνει αντιμέτωπο με μια θεατρικότητα αναμφίβολα ασφυκτική, στη συνέχεια φανερώνει τα χάρισματα του Βούλγαρη πίσω από την κάμερα. Έχοντας θέσει εξαρχής στον εαυτό του έναν μεγάλο περιορισμό, ο Boy ανταποκρίνεται στη συνέχεια με ευρηματικότητα και έμπνευση, μετατρέποντας τη σκηνική ασφυξία σε αφορμή για να απελευθερώσει τη φαντασία του. Και η φαντασία απογειώνεται μέσα από μια σειρά πλάνων που άλλοτε αιφνιδιάζουν με τη σύλληψή τους και άλλες φορές βυθίζονται σε ένα παραισθησιογόνο παιχνίδι χρωμάτων, φωτισμών και σχημάτων.

Μακάρι, όμως, οι εικονογραφικές σπίθες τις οποίες εκτοξεύει ανά τακτά διαστήματα το «Νήμα» να έκρυβαν πίσω τους κάτι περισσότερο από έναν κρυπτικό και αναξιοποίητο σκελετό ιστορίας. Φλερτάροντας σε αοριστία με τη «Χιγκίτα», την προηγούμενη πειραματική δημιουργία του Boy, η ταινία οραματίζεται μια απολυταρχική και βίαιη δυστοπία η οποία λειτουργεί απειροελάχιστα σε αφηγηματικό ή συμβολικό επίπεδο και δεν προσφέρεται στον θεατή για εξερεύνηση παρά μόνο για ενατένιση. Καθώς οι εικόνες γλιστρούν μπροστά από τα μάτια και υφαίνουν ένα ενίοτε φαντασμαγορικό τεχνητό σύμπαν, το φιλμ γίνεται όλο και πιο δυσνόητο, όλο και πιο ψυχρό. 

Αν ο Βούλγαρης είχε φροντίσει να επενδύσει στον τομέα του σεναρίου όσα καταφέρνει πίσω από την κάμερα, το «Νήμα» θα είχε παραπάνω ευκαιρίες για να επιδείξει θαυμάσιες μέσα στην απλότητα και την γλυκύτητά τους σκηνές όπως εκείνη με τη σύντομη απόδραση της ηρωίδας στη θάλασσα. Επειδή όμως το δέλεαρ του πειραματισμού και της ανατροπής φαίνεται να γοητεύει πιο πολύ τον σκηνοθέτη απ' ότι η σαφέστερη επικοινωνία με μια πιθανότητα πλοκής, το φιλμ μοιάζει με ένα σποραδικά εντυπωσιακό installation στο οποίο λείπει, εντούτοις, η ψυχή και η σαφήνεια. Κι έτσι ο περιπετειώδης βίος της αντιστασιακής Νίκης προδίδεται όχι από τους συντρόφους της, αλλά από τα εγκεφαλικά παιχνίδια του σκηνοθέτη.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Νήμα
  • Νήμα