Φονικές Μηχανές

Mortal Engines

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Νέα Ζηλανδία, ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κρίστιαν Ρίβερς
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Φραν Γουόλς, Πίτερ Τζάκσον, Φιλίπα Μπόγενς
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Χέρα Χίλμαρ, Ούγκο Γουίβινγκ, Τζιχάε, Στέφεν Λανγκ,
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Σάιμον Ρέιμπι
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Junkie XL
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 128'
    ΔΙΑΝΟΜΗ:Tulip
    <ARTICLE TITLE/>

Μετα-αποκαλυπτικό young adult φτάνει στη μεγάλη οθόνη γεμάτο ιδέες που κάνουν τη δράση του ποιοτικότερη, αλλά με εμφανή προβλήματα στον αφηγηματικό πυρήνα του λόγω των πολλών ιστοριών που προσπαθεί να χωρέσει σε μια ταινία. 

Από τον Τάσο Μελεμενίδη

Οι «Φονικές Μηχανές» ήταν βιβλίο του 2001, γραμμένο από τον Φίλιπ Ριβ, στην αυγή της young adult λογοτεχνίας με ήρωες εφήβους έτοιμους να χάσουν τα πάντα σε ένα μετα-αποκαλυπτικό μέλλον όπου οι συνθήκες ομαδικής συμβίωσης έχουν αλλάξει. Η ιδέα του Ριβ ήταν πως μετά από ένα κομβικό γεγονός που συνέβη κοντά στην εποχή μας, έναν πυρηνικό πόλεμο που κατέστρεψε τον πλανήτη σε λίγα λεπτά, οι επιζώντες δημιούργησαν μικρές πόλεις με μια ιδιαιτερότητα. Όλες οι πόλεις είναι χτισμένες πάνω σε γιγαντιαίους τροχούς και μπορούν να κινούνται, ώστε να απορροφήσουν μικρότερες πόλεις ή εύφορα εδάφη.

Ο κανόνας λοιπόν όπου η μεγάλη πόλη τρώει τη μικρή δε διαφέρει πολύ από την επεκτατική πολιτική των μεγάλων κρατών σήμερα και όσο προχωρούμε στην ιστορία αντιλαμβανόμαστε την προσπάθεια του Ριβ να δημιουργήσει συνδέσεις με το παρόν αλλά και στηρίξει μια θέση κατά την οποία η ιστορία σπάνια αποτελεί μάθημα για παθήματα του μέλλοντος. Η ιδέα του, και αναλόγως η κινηματογραφική μεταφορά, μας γυρίζει χρόνια πίσω στο «Things to Come» (1936) του Γουίλιαμ Κάμερον Μένζις, βασισμένο στο βιβλίο του Γουέλς, τον οποίο ο Ριβ θεωρεί μεγάλη επιρροή στα βιβλία του. Συμπτωματικά, ο Μένζις, όπως και ο Κρίστιαν Ρίβερς που σκηνοθετεί εδώ, δεν είναι κατά βάση σκηνοθέτες, αφού ο πρώτος υπήρξε μέγιστος σχεδιαστής παραγωγών ενώ ο Ρίβερς φτιάχνει για χρόνια storyboards και παράλληλα είναι υπεύθυνος ειδικών εφέ,πρόσωπα-κλειδιά και οι δυο πλάι στους Αλεξάντερ Κόρντα και Πίτερ Τζάκσον αντίστοιχα. 

Το κοινό δηλαδή στις 2 αυτές ταινίες (που φυσικά έχουν αμέτρητες διαφορές λόγω των 80+ χρόνων που τις χωρίζουν) είναι πως η παραγωγή ενδιαφέρθηκε να τις αναλάβουν άνθρωποι που κυρίως θα εντυπωσιάσουν στο οπτικό κομμάτι. Και στις «Φονικές Μηχανές» η αποστολή ήταν δύσκολη, καθώς οι πόλεις-transformers που περιφέρονται σε εκτάσεις γεμάτες λάσπες και χώματα μπορούν να διαλύσουν την όποια ομορφιά του κάδρου. Ο Ρίβερς πάντως κάνει καλή δουλειά και φαίνεται πως στη μεγαλύτερη διάρκεια του φιλμ ανησυχεί για την ισορροπία της δράσης, προσπαθώντας να δώσει μια προσωπική ματιά στις θορυβώδεις μάχες. Το ίδιο συμβαίνει και στο εσωτερικό της πόλης (που είναι χτισμένη με βάση το Λονδίνο), με «έξυπνες» αναφορές στο σήμερα, ελεγχόμενα ψήγματα χιούμορ και μια προσπάθεια ανάδειξης κλασικών αισθητικών γραμμών που συναντούμε στη βρετανική πόλη. 

Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται ωραία και να έχουν όντως ενδιαφέρον, όμως το υλικό του Ριβ είναι αδύνατο να χωρέσει σε μια ταινία, όχι γιατί είναι πολύπλοκο και χρίζει περαιτέρω ανάλυσης, αλλά γιατί στριμώχνει πολλές προσωπικές ιστορίες και προσθέτει χαρακτήρες «μπουκώνοντας» την αφήγηση. Μετά την εισαγωγή, ο Ρίβερς φτιάχνει μικρές υποπλοκές μέσα στην ταινία του και από ένα σημείο και έπειτα είναι αδύνατο να τις διαχειριστεί, με χαρακτήρες να εξαφανίζονται και να επανεμφανίζονται όταν βολεύει την ιστορία. Αυτό συμβαίνει ως το τέλος, όπου ξεκινά μια μεγαλειώδης μάχη, την οποία βλέπουμε παράλληλα με τις εξελίξεις στην πορεία του κάθε χαρακτήρα, ένα θέαμα που αντί να κλιμακώνεται μάλλον σκάει και χάνει το ενδιαφέρον του. 

Φυσικά, μέσα στα κλισέ μιας τέτοιας παραγωγής υπάρχει και το κλείσιμο του ματιού προς μια ενδεχόμενη συνέχεια, καθώς το φιλμ δε διαφέρει από ένα origin story ενός νέου σύμπαντος. Όμως το κοινό που αγάπησε αρκετά το βιβλίο του Ριβ έχει μεγαλώσει αρκετά από τότε και κυρίως δεν θα βρει εδώ κάτι που ανυψώνει το περιεχόμενο του – στην καλύτερη περίπτωση το σέβεται. 

 

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Φονικές Μηχανές
  • Φονικές Μηχανές