10:55
23/7

Σταύρος Τσιώλης 1937-2019: Έφυγε ο κοσμοδιδάσκαλος του ελληνικού σινεμά

Αντίο κύριε Τσιώλη. Δεν είναι μόνο το τυπικό λιγόστεμα. Είναι πια η (τόσο μακρινή) απουσία από τα πράγματα, τις παρέες, την οριστική απιθανότητα να δούμε πια μια ακόμα «ταινία» σας.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Προς τι τα εισαγωγικά; Απλά, οι δουλειές του Τσιώλη ήταν οπωσδήποτε βέβαια ταινίες (μερικές και ταινιάρες) ήταν όμως και κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό από εκείνο που πλήρωνες εισιτήριο να δεις. Ήταν, και για κάποιους εξ ημών θα είναι πάντα, σαν μικρά συμβάντα, σαν παράλληλες δραστηριότητες πραγματικότητας. Ας πούμε σαν εκεί που πίνεις το ποτό σου να έρθει η cigarette girl Μία Φάροου από τις «Μέρες Ραδιοφώνου» με την ιστορία της. Σαν εκεί που βλέπεις έναν ποδοσφαιρικό αγώνα να έρθει ο μικροπωλητής με το σάμαλι, τα φιστίκια και το πασατέμπο να σου πει μια ιστορία από παλιό αγώνα. Οι ταινίες του Τσιώλη είχαν την «κανονική» τους πλοκή, αραιή, περιγραμματική, για τα προσχήματα. Και συνάμα της άνοιγαν διαρκώς πορτούλες και παραθυρόφυλλα να μπανίσεις τα τεκταινόμενα έξω από δαύτην.

Θα ήταν μερικές (περίφημες) ατάκες; Θα ήταν η «δική μας» Αρκαδία; Θα ήταν η νεοελλάδα, τα χρηστά και τα’ άχρηστά της ήθη; Θα ήταν ο πολιτικός σχολιασμός ειπωμένος από θέσεως φαινομενικά και μόνο απολιτικής; Θα ήταν το απρόσμενο κρούσμα μια φιλοσόφησης – όχι φιλοσοφίας – του καθημερινού; Θα ήταν η εξάπλωση του προσωπικού στο μικροσυλλογικό, έτσι να ταιριάξουν και να συγκεραστούν τα όμοια που δεν ήξεραν πόσο όμοια είναι;

Όλα αυτά. Και κάτι ακόμα – που διαφεύγει. Γιατί ο Τσιώλης είχε το κινηματογραφικό παίδεμα (άπειρες ταινίες στον Φίνο της κλασικής μας εποχής να διατελεί βοηθός), είχε το καθημερινό άχθος της δουλειάς και της ζωής, είχε την σαλονάτη καλλιέργεια και την πεζοδρομιακή μόρφωση να παντρεύει με ωριμότητα κοσμοδιδασκάλου πράγματα που ουδείς άλλος στο δικό μας σινεμά είχε την διάθεση ή την ικανότητα να κάνει. Ο Τσιώλης μπορούσε να παραπέμψει στον Βέντερς (προτού γίνει μόδα το ‘80), να γυρίζει road movie έως και αντονιονικά (αν ήθελε) και ταυτόχρονα με την μελέτη των σχέσεων, των απουσιών και των «πεσόντων του έρωτα» να μιλάει για μπάλα και πολιτικάντηδες της κλαδικής.

Ο Τσιώλης μπορούσε να έχει ήρωες αγιογράφους, μικρά παιδιά, τον Ζουγανέλη, βιολιστές ή απλά «άεργους» παρατηρητές της ζωής που αλλάζει κι όμως τελικά όλες του οι ταινίες να σμίγουν στην αρχή και το τέλος της φτιαξιάς τους. Διότι ο Τσιώλης ήταν auteur κανονικότατος, χωρίς περικοκλάδες, χωρίς ψευτοσπουδή και κινηματογραφική έπαρση. Ήταν auteur γιατί το σινεμά που ήθελε να κάνει έβγαινε από μια αυθόρμητη πηγή και σχημάτιζε ένα ποταμάκι που ήθελε να περνάει από τις ίδιες διαδρομές, να αντικρίζει τα ίδια δέντρα, να χαιρετάει τις πέτρες και να καταφθάνει στον ίδιο τόπο: Εκεί που οι άνθρωποι είναι ο εαυτός τους πέρα από ηθικολογία και μοντέρνες διαβαθμίσεις κοινωνικής καταξίωσης.

Άνθρωποι που περπατούν και οδηγούν (το σινεμά του Τσιώλη είναι πέρα για πέρα περιηγητικό και ταξιδιάρικο), αστειεύονται το ξέρουν δεν το ξέρουν (ο Τσιώλης όμως πάντα το ξέρει και δεν τους κρίνει ποτέ) και ζουν στη στιγμή, ιδίως όσο προχωρά το σινεμά του στην δεκαετία του ’90, που η (όποια) γνώση της ζωής τους συνιστά από μόνη της ένα απάγκιο που μπορείς να γαληνέψεις, να συνυπάρξεις, ν’ αστειευτείς.

Δεν μπορείς να γράψεις τυπικό (αν υπάρχει τέτοιο πράγμα) επικήδειο σ’ έναν καλλιτέχνη σαν τον Τσιώλη. Δεν του ταιριάζει του σινεμά και του χαρακτήρα του ο θάνατος. Ας πούμε πως η ιδιωματική του περίπτωση, ειδικά από τον «Έρωτα στη Χουρμαδιά» που ανοίγει το ’90 κι έπειτα, είχε την ενάργεια να καταλάβει την μετεξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας από την μεταπολίτευση και μετά, είχε την διείσδυση να ενώσει το βυζαντινό, το τούρκικο και το νεοελληνικό βρίσκοντας την τομή του σημερινού μας ήθους, μπόρεσε να αποτυπώσει τα αντίρροπα της φυλής.

Κι όλ’ αυτά έγιναν σ’ ένα σινεμά αυτοσχεδιαστικό αλλά ποτέ πρόχειρο, αργών ρυθμών και μπρεχτικής απόστασης από την τυπική αφηγηματικότητα, οργανικά ανεκδοτολογικό αλλά ποτέ «πλακατζίδικο». Είναι αυτές οι αντιφάσεις που αναφέρθηκαν στην αρχή. Η άγια συγκυρία που ένας άνθρωπος γράφει και σκηνοθετεί όπως αναπνέει και ακριβώς αυτό του το ένστικτο πιστοποιεί την προσωπική υπογραφή.

Ο Τσιώλης μας έλειπε κι όταν ζούσε, σε μια ευαγή κινηματογραφία (που ο κόσμος πηγαίνει σινεμά γιατί χρειάζεται να βλέπει πρόσωπά του στο πανί) ο Τσιώλης έπρεπε να βγάζει μια ταινία τον χρόνο τέτοιος χρονογράφος της νεοελλάδας που υπήρξε. Δεν συνέβη. Τώρα θα μας μείνουν οι ολιγάριθμες αλλά ζάμπλουτες «μικρές» ταινίες του να επιστρέφουμε, να λογαριάζουμε έναν φίλο που χάσαμε κι ένα σινεμά που μας αντιπροσωπεύει.