[Κριτική] Το «Nomadland» είναι ο θρίαμβος των Κλόι Ζάο και Φράνσις ΜακΝτόρμαντ ? νεα || cinemagazine.gr
16:01
24/9

[Κριτική] Το «Nomadland» είναι ο θρίαμβος των Κλόι Ζάο και Φράνσις ΜακΝτόρμαντ

To 26o Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας σήκωσε αυλαία με ασφάλεια, κόντρα στις αντιξοότητες, με το νέο πολυαναμενόμενο φιλμ της Κλόι Ζάο, ένα δείγμα σπουδαίου σινεμά, σύγχρονου και άχρονου μαζί.

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Από τον Χρυσό Λέοντα της Βενετίας και το Βραβείο Κοινού στο Τορόντο στις 26ες Νύχτες Πρεμιέρας. Όσο όμως κι αν τα μεγάλα έπαθλα ή οι - σημειολογικά φορτωμένες πλέον - φεστιβαλικές ενάρξεις δίνουν στίγμα, όπως δίνει και η επανεμφάνιση της εκπληκτικής Φράνσις ΜακΝτόρμαντ στην υποκριτική μετά τον θρίαμβο των «Τριών Πινακίδων» ή η επιστροφή της Κλόι Ζάο εδώ που τρία χρόνια πριν κατέκτησε τη Χρυσή Αθηνά με το «The Rider», η ουσία είναι μία. Πως η ταχύτατα ανερχόμενη δημιουργός που γνωρίσαμε την τελευταία πενταετία μέσα από τις Νύχτες Πρεμιέρας, κινείται με αλματώδη βήματα προς αυτό που απερίφραστα μπορούμε να χαρακτηρίσουμε σπουδαίο σινεμά, σύγχρονο και άχρονο μαζί. Γιατί σ’ αυτή την κλίμακα τοποθετείται το «Nomadland», το οποίο παρεμπιπτόντως είναι η τελευταία σκηνοθετική στάση της πριν τη δούμε να αναμετριέται με τους «Eternals» της Marvel.

Το σενάριο της Ζάο βασίζεται στο βιβλίο της δημοσιογράφου και συγγραφέα Τζέσικα Μπρούντερ με τίτλο «Nomadland: Surviving America in the 21st Century» (μτφ. «Η Χώρα των Νομάδων: Επιβιώνοντας στην Αμερική του 21ου Αιώνα»). Επικεντρώνεται στη σκληρή πραγματικότητα των μεσηλίκων οι οποίοι ζουν σαν νομάδες σε τροχόσπιτα και βανάκια, κυνηγώντας ευκαιριακές δουλειές όπου υπάρχουν, σχηματίζοντας στο μεταξύ προσωρινές κοινότητες στη μέση του απέραντου αμερικανικού πουθενά.

Μια τέτοια νομάς είναι και η Φερν (Φράνσις ΜακΝτόρμαντ), χήρα κοντά στα εξήντα, η οποία μετά την προσωπική απώλεια αλλά και το κλείσιμο του εργοστασίου όπου εργαζόταν, μια συνθήκη που την άφησε δίχως σπίτι αφού διέμενε σε συγκρότημα εργατικών κατοικιών, βρίσκεται να ζει εν έτει 2011 περιφερόμενη στις δυτικές και μεσοδυτικές Πολιτείες, μέσα στο παλιό βανάκι της. Κάνει διάφορες δουλειές για τα προς το ζην. Μία από αυτές περιλαμβάνει μερικά μεροκάματα σε μια αχανή αποθήκη της Amazon. Στην πορεία συναντά και συνδέεται με άλλους ανθρώπους ίδιας ή και μεγαλύτερης ηλικίας, που η πρόσφατη οικονομική κρίση τους οδήγησε στο δρόμο. Το οικογενειακό πλαίσιο της Φερν είναι κάτι που θα αποκαλυφθεί στην πορεία, όμως τα σημαντικά δεν εντοπίζονται αναγκαστικά στην οικογένεια αλλά σε άλλα δίκτυα. Το οδικό, το κοινωνικό, εκείνο του χώρου και του χρόνου.

Το «Nomadland» έχει ισχυρό μέσα του το γονίδιο του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά στα καλύτερά του

Σε αυτό που κάποτε περιγραφόταν ως η γη των πιονέρων και της ελευθερίας, η χαρακτήρας που αποδίδει μοναδικά η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ διαπραγματεύεται το δικό της ανήκειν, βρισκόμενη εξίσου εν κινήσει με τους προγόνους της, με τη λεπτή ειρωνεία της απουσίας προοπτικής να διαχωρίζει τη θέση της από εκείνους. Μεταξύ άλλων, υπερασπίζεται σθεναρά τον αυτοπροσδιορισμό της πάνω στη λεπτή διαφορά που δίνει η Φερν όταν απορρίπτει τον όρο homeless (μτφ άστεγη) για το houseless (μτφ δίχως σπίτι) τον οποίο προτιμά. Σημαντικό να υπογραμμίσουμε αυτή την φαινομενικά μικρή λεπτομέρεια καθώς δίνει απόλυτα τον τόνο προσέγγισης της Ζάο ως προς την ιστορία που αφηγείται. Μία προσέγγιση από την οποία προκύπτει περίσσευμα ανθρωπιάς και καθόλου μελοδραματική λύπηση.

Η ίδια η οπτική γωνία πάνω στη σύγχρονη Αμερική έχει κεφαλαιώδη σημασία εδώ. Έρχεται από μία σκηνοθέτιδα γεννημένη στο Πεκίνο, σπουδαγμένη στη Νέα Υόρκη και εγκατεστημένη πλέον στις ΗΠΑ. Έναν παρατηρητή που παραμένει εξωτερικός παρά τα χρόνια ενσωμάτωσης που έχει περάσει πια εκεί. Είναι παροιμιώδης η αγάπη της Ζάο για τον απέραντο αμερικανικό ανοιχτό χώρο, εξίσου παροιμιώδης με την συνέπειά της να αντιπαραβάλλει σε αυτόν τον άνθρωπο ως ατομικότητα σε μια κατάσταση δομικού (επανα)προσδιορισμού. Όπως έκανε με τον αναβάτη του «The Rider» αλλά και με τα πιτσιρίκια στα «Τραγούδια Που Μου Έμαθαν τα Αδέρφια Μου». Ο τρόπος με τον οποίο καδράρει εδώ τη Φερν καθώς κινείται ανάμεσα σε Νεμπράσκα, Νότια Ντακότα, Νεβάδα, Αριζόνα και Καλιφόρνια, θα μπορούσε ίσως να συγκριθεί με έναν ουτοπικό Μάλικ, αν ο τελευταίος δεν είχε παραδοθεί στο μεταξύ σε ατέρμονες αισθητικές φιοριτούρες και μεγαλόσχημους μονολόγους. Ένα παράδειγμα που χρησιμοποιείται για να τονίσει πέρα από την όποια συνάφεια του αισθητικού μέρους, την «αμερικανικότητα» της όλης προσέγγισης.

Μιλώντας για αμερικανικότητα, έχει ενδιαφέρον να επισημανθεί πως η Φερν και ο μεταφερόμενος κόσμος της μοιάζει με μια προβολή στο δυσοίωνο μέλλον της πιτσιρικαρίας που αγαπήσαμε στο «Florida Project» του Σον Μπέικερ, ενός άλλου μεγάλου δημιουργού σε κατάσταση εκκόλαψης. Δύο καίριες ταινίες για το εδώ και το τώρα της Αμερικής (και όχι μόνο), είναι σαν να βρίσκονται σε έναν διαρκή διάλογο ως προς το πώς η βαλτώδης θέση των απόκληρων της σημερινής αμερικανικής κοινωνίας παλεύει να κρατηθεί στην επιφάνεια μέσα από ένα και μόνο πράγμα: την ανθεκτική ακόμα αίσθηση της κοινότητας. Κάπου εδώ εντοπίζεται η δομική θέση του «Nomadland», ερχόμενο μετρήσει προσεκτικά την απόσταση ανάμεσα στο να είναι κανείς μοναχικός από το να είναι έρημος. Το διαπιστώνουμε πρωτίστως στην ιστορία της Φερν, το εντοπίζουμε εξίσου καθαρά στην διαρκώς μεταβαλλόμενη ανθρωπογεωγραφία που την περιβάλλει. Από την Σουάνκι που αποτελεί κληροδότημα της συνήθειας της Ζάο να περιλαμβάνει αληθινούς χαρακτήρες στις ταινίες της, μέχρι τον Ντέιβ τον οποίο υποδύεται ο πάντα τίμιος Ντέιβιντ Στράθερν.

Η Φερν και ο μεταφερόμενος κόσμος της μοιάζει με μια προβολή στο δυσοίωνο μέλλον της πιτσιρικαρίας που αγαπήσαμε στο «Florida Project» του Σον Μπέικερ

Η απουσία σταθερού σημείου αναφοράς για την Φερν - όπως θα ήταν για τον περισσότερο κόσμο ένα σπίτι - έρχεται να επισημάνει πολλαπλά στο «Nomadland» τις έννοιες του χώρου και του χρόνου. Ως προς την πρώτη και σε στενή πάντα συνάφεια με τη δεύτερη, η Ζάο με τον σταθερό και ικανότατο διευθυντή φωτογραφίας της, Τζόσουα Τζέιμς Ρίτσαρντς, αποθεώνουν τις ασύλληπτες διαστάσεις και διακυμάνσεις του αμερικανικού τοπίου που, μέσα από το σινεμά πρωτίστως, μας έχει από καιρό πείσει ότι χωράει τα πάντα, λες και όλος ο κόσμος και η προϊστορία ακόμα είναι Αμερική. Λες και εκεί μόνο βρίσκονται συγκεντρωμένα τα πιο επιβλητικά αιωνόβια δάση τα οποία διασχίζει αποσβολωμένη η ηρωίδα μας, οι αχανείς έρημοι, οι δρόμοι που δεν τελειώνουν ποτέ, τα χιονισμένα τοπία στα οποία δε φτάνει το μάτι ή όλοι οι δεινόσαυροι που περπάτησαν ποτέ στη Γη (σ.σ. αναφερόμαστε στις στιγμές όπου οι χαρακτήρες ψάχνουν και συζητούν για απολιθώματα). Είναι εντυπωσιακό το πώς η Ζάο αγκαλιάζει με δέος τον κορυφαίο μύθο του αμερικανικού σινεμά - αυτόν του ανεξάντλητου χώρου, την ώρα που μέσω αυτού αποτυπώνει το τέλος ενός άλλου μεγάλου μύθου. Αυτόν του αμερικανικού ονείρου.

Έπειτα είναι και ο χρόνος που έρχεται να νοηματοδοτηθεί εδώ συναρτήσει του χώρου. Ή η ρευστότητά του αναφορικά με το τώρα, όπως φαίνεται το βράδυ εκείνο όπου η νομαδική κοινότητα χαζεύει τα αστέρια παρατηρώντας ένα φως που ταξίδεψε καιρό πριν να μας έρθει. Για τη Φερν ωστόσο, η σχετικότητα του χρόνου είναι συνυφασμένη με την μνήμη. «Υπάρχεις όσο σε θυμούνται» λέει χαρακτηριστικά, εξηγώντας έτσι την τιμής ένεκεν απόφαση να παραμείνει στην δανεική εργατική κατοικία όπου έζησε με τον άντρα της ακόμα και μετά το θάνατό του, μέχρι να αναγκαστεί να την εγκαταλείψει. Ίσως επειδή στη «Χώρα των Νομάδων» όπως είναι αυτός της Φερν, όλα είναι μια ασταμάτητη διαπραγμάτευση του ανήκειν, με το χώρο και το χρόνο σε μια κατάσταση διαρκούς ρευστότητας και το μόνο αντίδοτο είναι η αντικατάσταση του αντίο από ένα «see you down the road», ένα «στο επανιδείν» δηλαδή. Αυτός φαίνεται να είναι ο προτιμώμενος αποχωρισμος των σύγχρονων νομάδων της Αμερικής και με αυτόν επιλέγει έξυπνα να κλείσει την ταινία της η Ζάο.

Παρότι ταινία της Fox, το «Nomadland» έχει ισχυρό μέσα του γονίδιο του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά στα καλύτερά του, με το πυρηνικό όπλο της ΜακΝτόρμαντ στον πρωταγωνιστικό να το απογειώνει αποφασιστικά. Η κουβέντα για τα Όσκαρ μπορεί να έχει ήδη ξεκινήσει, όμως η ουσία παραμένει ότι η Κλόι Ζάο παραδίδει εδώ ένα σπουδαίο δείγμα ανθρωποκεντρικού σινεμά, επίκαιρου και αναγκαίου. Κάτι που μεταξύ άλλων μας εντείνει την περιέργεια να τη δούμε στην πιο απαιτητική μέχρι τώρα πίστα της καριέρας της που ακολουθεί: το «Eternals» της Marvel που θα μας έρθει - καλώς εχόντων των πραγμάτων - του χρόνου.