11:29
26/2

Κώστας Βουτσάς (1931-2020): Φσστ μπόινγκ

Αντίο στον αεικίνητο κωμικό, υπόκλιση στο αιώνιο παιδί του ελληνικού σινεμά που δε θα φύγει ποτέ.

Από τον Τάσο Μελεμενίδη

Ο τίτλος του αποχαιρετισμού στον έλληνα ηθοποιό Κώστα Βουτσά δεν βασίζεται σε μια επιλογή δημοφιλίας που μειώνει όσα υπόλοιπα έχει κάνει, αλλά είναι μια υπόκλιση σε ένα σπάνιο και πηγαίο ταλέντο, το οποίο μπορούσε να στηρίξει ένα αστείο ακόμη και με τα πιο απλά συστατικά. Άλλωστε, παρά την παροιμιώδη ισχύ που άφηνε πίσω η κάθε ατάκα του, ο ίδιος δούλευε πολύ στα gags και τη σωματική του παρουσία στο πλάνο καταφέρνοντας να χτίσει στα νιάτα του ένα ολοκληρωμένο πακέτο ντόπιου κωμικού, που τον καταλαβαίνουμε και μας καταλαβαίνει καλύτερα από τα διεθνή ιερά τέρατα του χώρου. 

Ο Βουτσάς γεννήθηκε το 1931 στο Βύρωνα και η οικογένειά του μετακόμισε νωρίες στη Θεσσαλονίκη. Στα 20κάτι του ξαναβρέθηκε στην Αθήνα με το χαρτί από  τη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου, αντιλαμβανόμενος πως αν ήθελε να πετύχει στο χώρο του θεάματος έπρεπε να βρεθεί στην πρωτεύουσα. Και μετά τα μπουλούκια των πρώτων χρόνων ΄και τα αρχικά βήματα στο σανίδι, ήρθε - ευτυχώς - η συγκυρία του σινεμά και της ανόδου της Φίνος Φιλμς που τον καλωσόρισε στη μεγάλη αγκαλιά της. Ο ίδιος μπαίνει ουσιαστικά στο χώρο το 1958 σε μικρούς ρόλους, τον βλέπουμε να πετάγεται λίγο στο Η Κυρά μας η Μαμή, ανήκει στο στόλο βοηθώντας στις περιπέτειες της Βουγιουκλάκη στο Η Αλίκη στο Ναυτικό, όλα αυτά μέχρι το κομβικό 1962. 

Το «Μερικοί το Προτιμούν Κρύο», το πρώτο από τη σειρά των περίφημων μιούζικαλ του Δαλιανίδη τον βάζει για τα καλά στο κωμικό team του ελληνικό στούντιο με το οποίο μεγαλουργούν τα επόμενα χρόνια. Υπερκινητικός και ατακαδόρος, ζευγάρι στις ταινίες αρχικά με τη Χλόη Λιάσκου, παρτενέρ αργότερα της Καραγιάννη συνήθως, ο Βουτσάς παίρνει παράλληλα με τον αφρό ταινιών όπως το «Ραντεβού στον Αέρα», «Κορίτσια για Φίλημα», «Κάτι να Καίει», παίρνει και πρωταγωνιστικούς ρόλους σε θεατρικής καταβολής κωμωδίες όπως ο «Φίλος μου ο Λευτεράκης» και το «Ένα Κορίτσι για Δύο», διαμορφώνοντας το άναρχο ταλέντο του σε κάτι πιο συγκεκριμένο. 

Ο Βούτσας υποδύθηκε με σαρωτικά μεγαλύτερη επιτυχία από οποιονδήποτε συνάδελφό του εκείνη την εποχή, το πρότυπο του «μοντέρνου νέου» που ξεπήδησε τη δεκαετία του '60, αυτού που έμαθε τους Beatles (υπήρξε και «Γαμπρός από το Λονδίνο» άλλωστε), το σέικ, το σκίσιμο στο σακάκι που καμαρώνει μπροστά στον Αλέκο Αλεξανδράκη, αυτού που συχνάζει στα σφαιριστήρια και που οι συντηρητικοί πατεράδες της εποχής δε θα τον ήθελαν με τίποτα για γαμπρό τους, αν και πίσω από το προσωπείο του τεντιμπόη υπάρχει το παιδί με την πιο μαλαματένια καρδιά. Ο Δαλιανίδης βοήθησε πολύ σε αυτή τη διάπλαση, ο ίδιος ο Βουτσάς φαίνονταν να μην έχει να κρύψει κάτι από το κοινό και να το απολαμβάνει μπροστά αλλά και εκτός κάμερας, όπου είναι ο γόης, το όμορφο παιδί του ελληνικού σινεμά και πάντα στην πρώτη πεντάδα των πιο βαριών ονομάτων του χώρου.

Ο ίδιος αναπτύσσει και άλλες πτυχές του ταλέντου του, φτιάχνει ένα ταιριαστό δίδυμο με την κινηματογραφική «μαμά» του, Μαίρη Μεταξά, πρώτα ως θεσσαλονικιός (με πολλα λλλλλ), πολίτικης καταγωγής, μπούλης εργοστασιάρχης στη σπαρταριστή «Νύχτα Γάμου», μια από τις καλύτερες κωμωδίες στην ιστορία του ελληνικού σινεμά, και αργότερα ως φουκαράς έμπορος υφασμάτων που ταλαιπωρείται από την Καραγιάννη στο «Ανθρωπάκι».

Με την έλευση των 70s μοιραία τυποποιείται, άλλωστε έχει περάσει μια δεκαετία που έχει σχεδόν τα πάντα στην κωμωδία, η μετριότητα όμως των κινηματογραφικών παραγωγών που συμμέτεχει ισορροπείται από την έλευση της κρατικής τηλεόρασης και των σειρών της, από το «Βαριετέ» και τον «Ονειροπαρμένο» (ξανά με τη Μεταξά ως μητέρα) της ΥΕΝΕΔ ως τον «Ανδροκλή και τα Λιονταράκια» του της ΕΡΤ στα μέσα των 80ς. Στο σινεμά περνά λίγο και από τον ΝΕΚ (στον «Έρωτα του Οδυσσέα» του Βαφέα) αλλά κυρίως προσαρμόζεται στο λαϊκίστικο χιούμορ των αλλαγών της Ευρώπης και της «αλλαγής» στις αρχές του '80, με τον χαρακτήρα του Κώτσου, του κουρασμένου νεοέλληνα που τα βάζει μέχρι και με εξωγήινους σε κάλτ θεάματα, ενώ για ακόμη πιο καλτ αντιγράφει το «Knight Rider» στον «Ιππότη της Λακούβας» παρέα με το δικό μαγικό αυτοκίνητο, τον ΨΙΤ. 

Με τα 90s έρχεται ένας άλλος Βουτσάς, που με τη σιγουριά του βετεράνου βρίσκεται σε σειρές της ιδιωτικής τηλεόρασης, μοιραία απορροφάται και από την επιθεώρηση που γεμίζει θέατρα σε όλη την Ελλάδα. Χωρίς να χάνει τον ρυθμό του,είναι περισσότερο η φιγούρα που δίνει τα φώτα της στους υπόλοιπους ενώ κάνει σποραδικές εμφανίσεις σε ελληνικές ταινίες του 21ου αιώνα, με πιο αξιοσημείωτη εμφάνιση τον δειλό υποψήφιο αυτόχειρα ηλικιωμένο στο «Bank Bang» του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου. 

Στα 89 του, μεταφέρθηκε πριν 20 μέρες στο «Αττικόν» με συμπτώματα λοίμωξης αναπνευστικού και επιβάρυνσης της καρδιακής και της αναπνευστικής του λειτουργίας, έφυγε από τη ζωή σήμερα τα ξημερώματα όπως ανέφερε η ανακοίνωση του νοσοκομείου. Διαυγής, εργατικός, χιουμορίστας και αιώνιο παιδί ως το τέλος, πατέρας στα 85 του (με την τελευταία του σύντροφο Αλίκη Κατσαβού, έχοντας πίσω τρεις ακόμη γάμους), αφήνει στο κοινό ένα βουνό από σκηνές και ατάκες που μπήκαν στην καθημερινότητά μας και περιφέρονται με άνεση και πυγμή στο χάος της κινηματογραφικής αιωνιότητας. 

Φσστ μπόινγκ λοιπόν μαζί του.