10:17
14/6

Ταινία της Εβδομάδας: Ναι, η «Διαδοχή» είναι η ταινία τρόμου της χρονιάς! Και πολλά περισσότερα

Δεξιοτεχνική σκηνοθεσία, σενάριο πολλαπλών αναγνώσεων, μια από τις πιο αποστομωτικές γυναικείες ερμηνείες που είδαμε τελευταία, μια πλοκή που μπλέκει το οικογενειακό δράμα με τον γκραν γκινιόλ τρόμο και ένας πρωτοεμφανιζόμενος δημιουργός ο οποίος φιλοδοξεί να προκαλέσει στο κοινό αντίκτυπο όμοιο με εκείνο του «Μωρού της Ρόζμαρι».

Από τον Λουκά Κατσίκα

Οι αληθινά σημαντικές ταινίες τρόμου δεν είναι αυτές που αποζητούν άμεσες αντιδράσεις και αυτόματες συγκινήσεις. Δεν απευθύνονται μόνο στις αισθήσεις, ούτε δουλεύουν επιφανειακά. Οι αληθινά σημαντικές ταινίες τρόμου κινούνται ύπουλα, υποδερμικά. Διαλέγουν ένα κρυφό σημείο του μυαλού ή του υποσυνείδητου και τρυπώνουν εκεί, παίρνουν αρχέγονους φόβους και ανείπωτους πανικούς και τους τοποθετούν σε περιοχές του ανθρώπινου εσωτερικού που δεν ελέγχονται. Στο τέλος κάθε τέτοιας ταινίας, ο θεατής εγκαταλείπει την αίθουσα με ένα αίσθημα ανασφάλειας και αδιευκρίνιστης ενόχλησης. Κουβαλά μαζί του όσα είδε και στην πορεία διαπιστώνει ότι δε μπορεί να ξεμπερδέψει εύκολα από αυτά. Όπως ένας τερμίτης που σιγοτρώει ακόμη και το πιο ανθεκτικό ξύλινο υλικό, έτσι και μια καλή ταινία τρόμου δουλεύει διαβρωτικά στο αχαρτογράφητο εσωτερικό των θεατών. Πολλές φορές παραμένει εκεί για πάντα.

Με το εντυπωσιακό του ντεμπούτο, ο αμερικανικής καταγωγής Άρι Άστερ φιλοδοξεί να πετύχει έναν αντίκτυπο ανάλογο με εκείνο που είχαν καταφέρει στο παρελθόν κλασικές δημιουργίες-τερμίτες όπως η «Λάμψη» (1980) του Κιούμπρικ, το «Μετά τα Μεσάνυχτα» (1973) του Ρεγκ, το «Μωρό της Ρόζμαρι» (1968) του Πολάνσκι ή ο «Εξορκιστής» (1973) του Φρίντκιν. Ο 'Άστερ φαίνεται να έχει εξερευνήσει λατρευτικά τις ταινίες αυτές. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι έχει μελετήσει τη μεθοδολογία τους, τον πανούργο τρόπο με τον οποίο μπλέκουν το ρεαλιστικό με το φανταστικό, μιλούν για οικογενειακές τραγωδίες μέσα από άκρως απόκοσμες διηγήσεις και χτίζουν αργά και μεθοδικά την πλοκή τους, ακολουθώντας ούτε τις προσταγές ούτε τις προσδοκίες κάποιου κοινού.

Πειθαρχημένο στους ρυθμούς του, σκηνοθετημένο με ακρίβεια και προσήλωση στη λειτουργική χρήση του ντεκόρ, της φωτογραφίας, της μουσικής, της ηχητικής μπάντας, το δημιούργημα του 'Άστερ μεταχειρίζεται άφοβα μερικές ιδιαίτερα σκοτεινές έννοιες της ανθρώπινης κατάστασης, που σχετίζονται με την απώλεια, το βάρος του πένθους, την ψυχοσωματική κατάρρευση, τη νοητική ασθένεια, και σκάβει με επιμονή όλο και πιο βαθιά μέσα τους. Το μεγαλύτερο κατόρθωμά του είναι ότι καταφέρνει και παρασύρει χωρίς αντίσταση τους θεατές σε ένα πνιγηρό ψυχόδραμα κλιμακούμενου ζόφου και διαρκούς υποβολής.

Όπως ένας τερμίτης που σιγοτρώει ακόμη και το πιο ανθεκτικό ξύλινο υλικό, έτσι και μια καλή ταινία τρόμου δουλεύει διαβρωτικά στο αχαρτογράφητο εσωτερικό των θεατών.

Όλα αυτά συμβαίνουν χωρίς επικλήσεις σε φτηνά τεχνάσματα. Το «Hereditary» περιέχει ασφαλώς σκηνές γνήσιου τρόμου, ο σκοπός του δεν είναι, εντούτοις, το εύκολο σοκ αλλά η επίτευξη ενός κλίματος αβεβαιότητος και ερέβους, το οποίο δεν επιτρέπει στον θεατή να εφησυχαστεί, να γνωρίζει πού θα τον οδηγήσει κάθε φορά η αφήγηση ή και να εμπιστευτεί κάθε παράμετρο της αφήγησης αυτής. Όμως τι μπορεί να πει κανείς για την ταινία, χωρίς να αποκαλύψει κανένα από τα μακάβρια μυστικά της;

Το «Hereditary» είναι η ιστορία μιας οικογένειας η οποία αγωνίζεται να μην συντριβεί κάτω από το βάρος μιας ανομολόγητης τραγωδίας. Είναι η περίπτωση μιας νευρωτικής και φορτωμένης άγχη γυναίκας, η οποία καταλήγει στοιχειωμένη από την ίδια της τη θλίψη και την υποψία ότι μπορεί να έχει κληρονομήσει την ψυχική αστάθεια της μητέρας της. Είναι το μοιραίο ραντεβού με το άγνωστο που δίνουν άθελά τους τέσσερις άνθρωποι. Τέλος, είναι μια άσκηση πάνω στο διφορούμενο και το πολυσήμαντο από έναν σκηνοθέτη ο οποίος «ανοίγει» διαρκώς το φιλμ του προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Σπρώχνοντάς μας να διερευνήσουμε προσεκτικά τα όσα βλέπουμε, ο σκηνοθέτης προτρέπει σε περισσότερες της μιας αναγνώσεις της ταινίας του και όχι απαραιτήτως μέσα από το πρίσμα μιας δημιουργίας τρόμου. Γιατί, αν αφαιρέσει κανείς το υπερφυσικό στοιχείο από την ιστορία, αυτό που απομένει είναι ένα σαρωτικό δράμα πάνω στην αδυναμία του ανθρώπου να νικήσει δυνάμεις που τον ξεπερνούν, η εισβολή στο εσωτερικό ενός διαταραγμένου μυαλού, η εξωτερίκευση των δαιμόνων που κουβαλά μέσα της μια γυναίκα και η οδυνηρή πάλη την οποία διεξάγει με σκοπό να μην χάσει την επαφή της με τη λογική και να μην κάνει κακό στους οικείους της. 

Με μια οπερετική και αποστομωτική σε ένταση ερμηνεία από την Τόνι Κολέτ σε πρώτο πλάνο, η ταινία είναι γυρισμένη με αξιοθαύμαστο έλεγχο και επιδεικνύει αυτοπεποίθηση και δεξιοτεχνία σπάνιες για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη. Το μόνο ολίσθημά της είναι ίσως το φινάλε της. Γιατί ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ο Άστερ ζητά να ξανασκεφτούμε αυτό που αντικρίζουμε εκεί, να αναρωτηθούμε αν πρόκειται για ένα όραμα απόλυτης επικράτησης του Κακού και σατανικής συνωμοσίας, για μια παρανοϊκή φαντασίωση ή για μια παρομοίωση πάνω στις μεταδοτικές «νόσους» των οικογενειακών δεσμών, το «Hereditary» παραβιάζει έναν στοιχειώδη κανόνα των σωστών ταινιών τρόμου: προσφέρει απαντήσεις, παραβλέποντας ότι ο μεγαλύτερος φόβος κρύβεται όχι σε όσα μαθαίνεις αλλά σε όσα δεν γνωρίζεις. Πόσο ξεκάθαρες είναι όμως οι απαντήσεις που κλείνουν την ταινία;