9:30
17/10

Ταινία της Εβδομάδας: Τα συναρπαστικά «Παράσιτα» αγγίζουν τον ορισμό της τέλειας κινηματογραφικής ισορροπίας

Μια πολύ φτωχή και μια εύπορη οικογένεια συνυπάρχουν στην πολυτελή μονοκατοικία της δεύτερης με έναν εξαιρετικά απροσδόκητο τρόπο, στο συναρπαστικό μείγμα σλάπστικ κωμωδίας, θρίλερ και κοινωνικής αλληγορίας που χάρισε στον τετραπέρατο Μπονγκ Τζουν-χο («Snowpiercer», «Ο Επισκέπτης») τον φετινό Χρυσό Φοίνικα.

Ο Χρυσός Φοίνικας του φετινού Φεστιβάλ Καννών και ταινία έναρξης των 25ων Νυχτών Πρεμιέρας κατέληξε σε ένα φιλμ που δεν επαναπαύεται στις δάφνες των βραβεύσεων ή της αποθεωτικής κριτικής υποδοχής, αλλά είναι φτιαγμένο να κερδίζει εκείνο που πραγματικά μετράει: το κοινό. Δεκαέξι χρόνια μετά το αριστουργηματικό «Μνήμες Εγκλημάτων», ο Κορεάτης Μπονγκ Τζουν-χο παρέδωσε με τα «Παράσιτα» ακόμα ένα κορυφαίο δείγμα κινηματογραφικής γραφής και μαζί ένα από τα πιο απολαυστικά φιλμ της χρονιάς, στο οποίο μια πολύ φτωχή και μια εύπορη οικογένεια συνυπάρχουν στην πολυτελή μονοκατοικία της δεύτερης με έναν εξαιρετικά απροσδόκητο τρόπο.

Στο νέο του πόνημα γνωρίζουμε αρχικά την τετραμελή οικογένεια του Κι-τάεκ (τον υποδύεται ο μόνιμος πρωταγωνιστής των ταινιών του Μπονγκ, Σονγκ Κανγκ-χο), τα άνεργα μέλη της οποίας διαμένουν στοιβαγμένα σε ένα άθλιο ημιυπόγειο. Μια αχτίδα ελπίδας ωστόσο εμφανίζεται μέσα στον πνιγηρό αστικό ιστό που τους περιβάλλει όταν ο νεαρός γιος του, ο Κι-γου, βρίσκει δουλειά ως καθηγητής αγγλικών της κόρης του κυρίου Παρκ, ιδιοκτήτη πολυεθνικής.

Η παρουσία του νεαρού στην μονοκατοικία των Παρκ - η οποία θα μπορούσε να είναι το σπίτι στον «Κυνόδοντα» αν το είχε ανακαινίσει ριζικά κάποιος κορυφαίος αρχιτέκτονας - δημιουργεί σταδιακά ευκαιρίες και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του να βρουν τη δική τους θέση εκεί. Και κάπου εδώ σταματούν οι όποιες ευθείες αναφορές μας στην υπόθεση σεβόμενοι την εύλογη επιθυμία του ίδιου του σκηνοθέτη να αποκαλυφθούν όσο το δυνατόν λιγότερα σχετικά με αυτή, από τη στιγμή που οι ανατροπές αποτελούν οργανικό γρανάζι της πλοκής.

Εξαιρετικά δεμένο και νευρώδες μείγμα ευρηματικότατης σλάπστικ κωμωδίας και θρίλερ, στα υπόγεια του οποίου λιμνάζει μια to the point αλληγορία για την πάλη των τάξεων

Τα «Παράσιτα» σηματοδοτούν την επιστροφή του Μπονγκ Τζουν-χο στη χώρα του μία δεκαετία μετά το «Mother» και αφού στο ενδιάμεσο είχε δοκιμαστεί σε δύο φιλόδοξες αγγλόφωνες παραγωγές (η πρώτη ήταν το «Snowpiercer», η άλλη το «Okja»). Το αποτέλεσμα είναι ένα εξαιρετικά δεμένο και νευρώδες μείγμα ευρηματικότατης σλάπστικ κωμωδίας και θρίλερ, στα υπόγεια του οποίου λιμνάζει ένα οικουμενικό και επίκαιρο σχόλιο που ξεφεύγει από τη στενή κοινωνική πραγματικότητα της Νότιας Κορέας την οποία ο τετραπέρατος αυτός σκηνοθέτης επιθυμεί σε πρώτη φάση να θίξει.

Η πρώτη ώρα της ταινίας είναι ένα σωστό κρεσέντο, κατά το οποίο τα μέλη της φτωχής οικογένειας καταλαμβάνουν στρατηγικά θέσεις στην σκακιέρα της επιβίωσης με μαεστρία που θα ζήλευε η πλέον καπάτσα συμμορία. Το γεμάτο καταπληκτικά σεναριακά ευρήματα εισαγωγικό μέρος με τις σκηνές υποδειγματικής κωμικής αντίληψης να διαδέχονται η μία την άλλη, δίνει σταδιακά τη θέση του σε μια αγωνιώδη - και απολύτως αναγκαία από δραματουργικής άποψης - αφηγηματική συνθήκη η οποία ωστόσο δεν ξεχνά ποτέ το μαύρο χιούμορ. Είναι η στιγμή όπου ο Κορεάτης σκηνοθέτης ξεδιπλώνει πια αυτό που μοιάζει να είναι βασική του επιδίωξη: μια to the point αλληγορία για την πάλη των τάξεων, με έμφαση στο αλληλοφάγωμα επιβίωσης μεταξύ των κοινωνικά απόκληρων, ως ένας ενδοταξικός εμφύλιος που μαίνεται εν αγνοία των πλουσίων.

Μακριά από κάθε sci-fi ερμηνεία στην οποία μας έχει συνηθίσει μέχρι τώρα ο Μπονγκ με τον «Επισκέπτη», το «Okja» και το «Snowpiercer», η έννοια του παράσιτου που ο τίτλος υπογραμμίζει αφορά στον τρόπο συνύπαρξης των δύο οικογενειών. Κάτι που λειτουργεί παράλληλα ως ένα πονηρά τοποθετημένο «από τα πάνω» βλέμμα προς την χαωτική, απάνθρωπη και παγιωμένη για τους φτωχούς απόσταση που τους διαχωρίζει από τους έχοντες.

Η σχεδόν τέλεια ισορροπία ανάμεσα στο αγνό ψυχαγωγικό σινεμά και το έργο τέχνης που ανοίγει διάλογο τόσο με την εποχή του όσο και με το ίδιο το μέσο

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να σταθούμε στον τρόπο με τον οποίο ο Μπονγκ, μόνιμα προσανατολισμένος στην κοινωνιολογική διάσταση των ιστοριών που αφηγείται, επιλέγει να σκιαγραφήσει τη διαστρωμάτωση μιας κοινωνίας σε διαρκή πλην όμως απωθημένο αναβρασμό λόγω της ακραίων ανισοτήτων και των αδιεξόδων που τη διέπουν. Στους εξαθλιωμένους ο Μπονγκ βλέπει φτωχοδιάβολους που διατηρούν μεν μια μακρινή συγγένεια με τους καλοπροαίρετους «Κλέφτες Καταστημάτων», την ώρα που η ζωτική ανάγκη της αυτοσυντήρησης τους καθιστά απρόβλεπτους. Τους πλούσιους αντίθετα τους σκιαγραφεί σε πρώτο επίπεδο αφελείς, ευκολόπιστους και αδιάφορους ως προς το τι συμβαίνει έξω από την οχυρωμένη τους πραγματικότητα, με το στοιχείο του ρατσισμού και της υπεροψίας να αναβλύζει μέσα από τους καλούς τους τρόπους.

Όμως η καθοριστική νίκη για τα «Παράσιτα» έρχεται μέσα από την επίτευξη μιας σχεδόν τέλειας ισορροπίας ανάμεσα στο αγνό ψυχαγωγικό σινεμά και το έργο τέχνης που ανοίγει διάλογο τόσο με την εποχή του όσο και με το ίδιο το μέσο. Διαθέτει άψογη αντίληψη του ρυθμού και συναρπαστική πλοκή, ελίσσεται υποδειγματικά ανάμεσα στα κινηματογραφικά είδη, παίζει τέλεια το παιχνίδι των σεναριακών ανατροπών στο βαθμό που αυτές τονώνουν αντί να εργαλειοποιούν τη δραματουργία και οικοδομεί έναν υποδειγματικά στημένο μικρόκοσμο, γεμάτο από καλογραμμένους χαρακτήρες που δεν υποκύπτουν σε μανιχαϊστικές ή λαϊκίστικες λογικές.

Όλα αυτά συνηγορούν σε ένα φιλμ που θέλει πρώτα απ’ όλα να είναι διεγερτικό ως βίωμα για τον θεατή του. Γιατί τα «Παράσιτα» είναι προορισμένα να τον κερδίζουν μέσα στην αίθουσα και να μην ξεκολλάνε από τη σκέψη του για καιρό.