Ζίζοτεκ

Zizotek

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ελλάδα
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Βαρδής Μαρινάκης
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Βαρδής Μαρινάκης, Σπύρος Κρίμπαλης
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ:Αύγουστος Λάμπρου-Νεγρεπόντης, Δημήτρης Ξανθόπουλος, Πηνελόπη Τσιλίκα, Νίκος Γεωργάκης
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Χριστίνα Μουμούρη
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Θοδωρής Ρέγκλης
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 92'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: StudioBauhaus
    <ARTICLE TITLE/>

Πολυσυλλεκτικό και ως ένα βαθμό γοητευτικά ελλειπτικό, το νέο φιλμ του Βαρδή Μαρινάκη αποκαλύπτεται στις ελληνικές αίθουσες πέντε μήνες μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι.

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Σχεδόν μία δεκαετία μετά το ντεμπούτο του με το «Μαύρο Λιβάδι», ο Βαρδής Μαρινάκης επανέρχεται με το «Ζίζοτεκ», μια ελλειπτικής και συνάμα πολυσυλλεκτικής λογικής ιστορία γύρω από ένα εγκαταλελειμμένο πιτσιρίκι που βρίσκει στοργή στο πρόσωπο ενός αγνώστου.

Η υπόθεση εστιάζει στον εννιάχρονο Ιάσωνα (Αύγουστος Λάμπρου-Νεγρεπόντης), ο οποίος αφού εγκαταλείπεται από τη μητέρα του (στο ρόλο η Πηνελόπη Τσιλίκα της «Μικράς Αγγλίας») σε ένα πανηγύρι κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, αναζητά καταφύγιο σε μια καλύβα στη μέση του δάσους. Η καλύβα ανήκει στον Μηνά (Δημήτρης Ξανθόπουλος), έναν αποξενωμένο άντρα που κυνηγημένος από τους δικούς του δαίμονες έχει πάρει όρκο σιωπής. Αναμενόμενα, η αρχική απροθυμία του Μηνά να φροντίσει τον μικρό θα δώσει τη θέση της σε μία σχέση που υποκαθιστά και για τους δύο εκείνο το καθοριστικό κομμάτι που λείπει.

Αν έπρεπε να κατατάξουμε κάπου το ηθελημένα αταξινόμητο «Ζίζοτεκ» θα ήταν στα χωράφια ενός μαγικού ρεαλισμού

Από τον αινιγματικό του τίτλο που γεννήθηκε όταν τον ψέλλισε στον ύπνο της στη μέση της νύχτας η γυναίκα του σκηνοθέτη μέχρι την ίδια την κεντρική ιδέα που βασίζεται σε όνειρο που εκείνος είχε δει αρκετά χρόνια πριν, το «Ζίζοτεκ» του Μαρινάκη μοιάζει όντως με «παιδί» διεργασιών του ασυνειδήτου. Την απουσία εξηγήσεων (π.χ. δε μαθαίνουμε ποτέ γιατί η Εύα εγκαταλείπει τον γιο της ή πού βρίσκεται ο πατέρας) επιχειρούν να υποκαταστήσουν η οικουμενικότητα του συναισθήματος και το τραύμα της απώλειας, κάτι άμεσα αναγνωρίσιμο δηλαδή στο συλλογικό μας ασυνείδητο. Εκεί πάνω έρχεται να πατήσει μια πλοκή που στην πορεία προκύπτει όλο και πιο δεκτική σε εισροή ονειρικών στοιχείων, ενώ το μοτίβο της μεταφυσικής έκθεσης του ανθρώπου στη φύση που πρωταγωνίστησε και στο «Μαύρο Λιβάδι» αναδεικνύεται μέσα από την διεύθυνση φωτογραφίας της Χριστίνας Μουμούρη.

Αν έπρεπε να κατατάξουμε κάπου το ηθελημένα αταξινόμητο «Ζίζοτεκ» θα ήταν στα χωράφια ενός μαγικού ρεαλισμού που δοκιμάζει να κάνει μια στοργική αγκαλιά σε μια ιστορία πρόωρης ενηλικίωσης. Ακούγεται γοητευτικό και ενδεχομένως να είναι - περισσότερο για θεατές του φεστιβαλικού κυκλώματος - όμως στην πράξη το νέο φιλμ του Μαρινάκη δυσκολεύεται χαρακτηριστικά να λειτουργήσει παρά τη συναισθηματικά αβανταδόρικη αφετηρία του, τις ομολογουμένως εξαιρετικές ερμηνείες και ένα τολμηρό αλλά ημιτελές άνοιγμα που επιχειρεί προς το παραμύθι και την παραβολή.

Ο Μαρινάκης πιάνει τον κατάλληλο τόνο σε επίπεδο ερμηνειών, τη στιγμή που τον χάνει σε εξίσου νευραλγικά σημεία όπως το σενάριο ή ο ρυθμός

Ο πρωτοεμφανιζόμενος Λάμπρου-Νεγρεπόντης αποδεικνύεται λαμπρή εξαίρεση στον ξύλινο κανόνα με τον οποίο αποτυπώνονται παιδικοί χαρακτήρες στο ελληνικό σινεμά, ενώ το εύρημα της σιωπής υποστηρίζεται απόλυτα από τον Ξανθόπουλο, προσφέροντας παράλληλα πολύτιμα υλικά στο χτίσιμο μιας αφηγηματικά θελκτικής σχέσης μεταξύ των δύο βασικών πρωταγωνιστών. Όμως σε επίπεδο σεναρίου υπάρχουν πολλές προβληματικές στροφές που απειλούν να σε πετάξουν εκτός. Κάποια πράγματα μένουν μετέωρα (π.χ. τι παίζει με την κηδεμονία του παιδιού), κάποια μοιάζουν περιττά (η σύντομη επιστροφή των Μηνά και Ιάσωνα στην Αθήνα), ενώ άλλα φαίνεται να υπάρχουν μόνο και μόνο για να σπρώξουν μηχανικά την πλοκή προς το φινάλε, όπως συμβαίνει με την εμπλοκή του Μηνά στο κύκλωμα διακίνησης και ιδιαίτερα με την παρουσία του Νίκου Γεωργάκη στο ρόλο του διακινητή (παίζει και πάλι τον στερεοτυπικό κακό).

Κάπως έτσι, ακόμα και η μαζεμένη διάρκεια των 92 λεπτών φαντάζει μεγάλη για όσα διαδραματίζονται επί της οθόνης, καθώς η εμφανής προσπάθεια να πέσει το βάρος στην ατμόσφαιρα δεν δουλεύει αρκετά, ενώ ακόμα και η άγρια τρυφερότητα που χαρακτηρίζει τη σχέση κηδεμονίας μεταξύ Μηνά και Ιάσωνα δεν επαρκεί για να σηκώσει μέχρι τέλους το όλο εγχείρημα, παρά την ενδιαφέρουσα αντιπαραβολή της με το φυσικό τοπίο.

Εναλλακτικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Μαρινάκης πιάνει τον κατάλληλο τόνο σε επίπεδο ερμηνειών, τη στιγμή που τον χάνει σε εξίσου νευραλγικά σημεία όπως το σενάριο ή ο ρυθμός που φαντάζει υποτονικός.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Ζίζοτεκ
  • Ζίζοτεκ