Ο Σεισμός

Skjelvet/The Quake

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Νορβηγία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζον Άντρεας Άντερσεν
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Τζον Κάρε Ράακε, Χάραλντ Ρόσενλο-Έεγκ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Κρίστοφερ Τζόνερ, Άνε Νταλ Τορπ, Κατρίν Θόρμποργκ Γιοχάνσεν, Ίντιθ Χάαγκενραντ-Σάντε
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Τζον Κρίστιαν Ρόζενμπλουντ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Γιοχάνες Ρίνγκεν, Γιόχαν Σόντερκβιστ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 106'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Neo films
    <ARTICLE TITLE/>

Άψογη ταινία καταστροφής που χωρίς να σπάζει εντελώς τους δεσμούς με την αμερικανική παράδοση, προτείνει με αποτελεσματική σαφήνεια έναν άλλον δρόμο στην αισθητική του είδους.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Η ταινία καταστροφής φαίνεται να ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία στο κινηματογραφικό κοινό, αναπόφευκτα λοιπόν και στην, κατά κόρον αμερικανική, κινηματογραφική παραγωγή. Υπό την ομπρέλα της επιστημονικής φαντασίας το είδος άνθισε στην δεκαετία του ’50, γνώρισε κάμψη σε αυτήν του ‘60 και επανήλθε σεισμικά (…) την δεκαετία του ’70, όταν και παρήχθησαν κυριολεκτικά δεκάδες ταινίες που χρησιμοποίησαν κάθε είδους καταστροφές στο καρνέ τους. Το είδος επανήλθε εκ νέου μαζί με τα ψηφιακά εφέ και το επερχόμενο μιλένιουμ στην δεκαετία του ’90, φανερώνοντας, μέσα σ’ όλα, μια αγωνία και, περισσότερο, μια εμπορική εκμετάλλευσή της για την σημαδιακή αλλαγή της χιλιετίας.

Η ταινία καταστροφής, πέραν του προφανούς της κατάδειξης φυσικών και μη καταστροφών προδίδει κατά καιρούς και άλλου είδους σκεπτικά. Η άκρατη τεχνολογική εξέλιξη, ο οικολογικός τρόμος, το αδιέξοδο των ανθρώπινων σχέσεων σε ένα επίπεδο πιο συμβολικό, η σύγκρουση της επιστήμης με την ηθική της ευθύνη αλλά και την καπιταλιστική επιδίωξη του κέρδους, ακόμα και τραυματικές που κατά καιρούς μπορεί να ταυτίζονταν με κοινωνικοπολιτικές κρίσεις, πολέμους και λογιών αδιέξοδα. Η ταινία καταστροφής είναι στη βάση της ένα είδος φοβικό και ηθικολογικό, θέλει «να βάλει μυαλό» σ’ αυτούς που απλώνουν το χέρι μακρύτερα απ΄ όσο φτάνει.

O «Σεισμός» που συνεχίζει (αλλά καλύτερα να ολοκληρώνει...) μια νορβηγική διλογία πάνω στον τρόμο της εθνικής φυσικής καταστροφής (η πρώτη ταινία ήταν το εξίσου ωραίο «Κύμα» του 2015), πατάει γερά στα παραπάνω για να κινηθεί σε μια τελικά ολόδική του, «σκανδιναβική» κατεύθυνση. Η κατεύθυνση αυτή είναι διπλή. Από τη μια ο γεωγραφικός περιορισμός χαρίζει έναν αέρα εθνικής κινηματογραφίας (μια κωμόπολη στο «Κύμα», το Όσλο εδώ), που όσο περιστοιχίζει το κλασικό μοτίβο του ανήσυχου επιστήμονα που διέπεται από έναν κασανδρικό χαρακτήρα και μια έγνοια σωτήρα των ανθρώπων, άλλο τόσο θέλει να κρατήσει σθεναρά την ιστορία ανθρώπινη και ρεαλιστική στις αντιδράσεις κατά την διάρκεια κι επί των συνεπειών της καταστροφής.

Από την άλλη, κι εδώ φωλιάζει η αιτία ανωτερότητας της νορβηγικής διλογίας, το έργο υφαίνει μια σχεδόν καταθλιπτική ατμόσφαιρα επικείμενου ζόφου, μια κατά τα φαινόμενα σκανδιναβική τραυματική που στην καταπληκτικά συνεκτική ατμόσφαιρα (ιδίως μέχρι το συμβάν αλλά που δεν εγκαταλείπεται και κατά την διάρκειά του) φανερώνει τις δυνάμεις της φύσης έναντι των οποίων των ανθρώπινο είδος πασχίζει να ανταπεξέλθει. Αντίθετα δηλαδή με τις αμερικανικές κοσμογονίες, τον δήθεν ρεαλιστικό χαλασμό πληροφορίας και τις πολλαπλές παράλληλες αφηγήσεις, τούτο εδώ μένει αποφασιστικά στην ιστορία μιας οικογένειας, παρακολουθώντας εξουθενωτικά (και χωρίς απαραίτητα την «αμερικανική» κάθαρση) τις συνέπειες, το τραύμα και τις ανεπούλωτες πληγές του στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση.

Μ’ άλλα λόγια ναι μεν θα δεις ικανοποιητικό θέαμα καταστροφής (και μάλιστα με ορισμένες υποχωρήσεις – φόρους τιμής στο σινεμά του είδους, βλέπε Σπίλμπεργκ και «Lost World») αλλά στον πυρήνα και στα στρώματα της ατμόσφαιρας γύρω από αυτόν θα παρακολουθείς έναν σχεδόν κατατονικό ήρωα να παλεύει σε οριακή απελπισία απέναντι σε γεγονότα που τον υπερβαίνουν. Στον «Σεισμό», αντίθετα με τα διασκεδαστικά disaster του Ρόλαντ Έμεριχ, ας πούμε, δεν θα βρεις ποτέ ηδονή στην καταστροφή. Θα βρεις μόνο φόβο και (κινηματογραφικότατη) αγωνία.

Ο Άντερσεν, αναγνωρισμένος στην Σκανδιναβία διευθυντής φωτογραφίας, φτιάχνει έναν εντυπωσιακό φωτογραφικά κόσμο, κρατάει σχεδόν αλώβητη την κορυφαία για το είδος «προετοιμασία καταστροφής» που είχε και η πρώτη ταινία, διατηρεί έναν ρυθμό αργό και μια τονικότητα περίπου πένθιμη, που όμως βοηθά σε βάθος τους χαρακτήρες (κάτι ας πούμε στο οποίο αποτυγχάνει σταθερά το αμερικανικό είδος κι ας έχει θέσει το ίδιο τον πήχη), αφήνοντάς σου μια αίσθηση που ως φίλος του genre είχες ξεχασμένη: Αυτήν που σου υπενθυμίζει πως οι φυσικές καταστροφές είναι πραγματικά ενδεχόμενα και η προσπάθεια του ανθρώπινου χαρακτήρα να υπερβεί τις εντελώς ασυνήθιστες περιστάσεις είναι πλησιέστερα στον ηρωϊσμό παρά την ηδονοβλεπτική επιδειξιομανία της κασκάντας.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Ο Σεισμός
  • Ο Σεισμός