Το Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο

La Nuit a Dévoré le Monde

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Γαλλία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ντομινίκ Ροσέ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ζερεμί Γκεζ, Γκιγιόμ Λεμάν, Ντομινίκ Ροσέ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Άντερς Ντάνιελσεν, Λίε, Γκολσιφτέ Φαραχανί, Ντενί Λαβάντ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ζορντάν Σουζενού
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Ντέιβιντ Γκούμπιτς
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 93'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Odeon
    <ARTICLE TITLE/>

Δίδυμο horror αδελφάκι του «All is Lost» και φεστιβαλική μίνι έκπληξη για ένα υπο-είδος που δεν τυχαίνει συχνά τέτοιας μεταχείρισης.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Υπάρχει μια «γραμμή» ταινιών, απ' τον Μπρεσόν τουλάχιστον και μετά, που ασχολείται με την ανθρώπινη κατάσταση, όχι όμως με κείνον τον -ενδεχομένως- πληκτικό, ολομέτωπο τρόπο των φόρα υπαρξιστών, των ψυχαναλυτών ή εκείνων που δεν μπορούν να κουράρουν την τάση τους να πολυλογούν. Τούτο το φεστιβαλικό (βλέπε «όχι τρομακτικό») horror, του πρωτοεμφανιζόμενου Ντομινίκ Ροσέ ανήκει σ' αυτά. Κι είναι πολύ ωραίο όταν παίρνεις μια ταμπέλα ελαφρώς ύποπτη όπως το «φεστιβαλικό» (φεστιβαλικό δράμα - δύσκολα συγκινεί, φεστιβαλικός υπαρξισμός - δύσκολα σε αφορά, φεστιβαλική κωμωδία - δεν υπάρχει) και το γυρίζεις στην πλάτη του κάνοντάς το ν' αφηγείται κάτι, ενώ μιλάει (και) για κάτι ακόμα.

Εδώ στο κέντρο λοιπόν είναι η ανθρώπινη κατάσταση, αυτή η άσκηση του απελπιστικού, του αμίλητα αγωνιώδους, του ασυζήτητα τραγικού.  Είσοδος για το «All is Lost» λοιπόν - κι αυτοί που απογοητεύθηκαν από εκείνο θα πάθουν το ίδιο κι εδώ. Εκεί ένας γέροντας βλέπει τη θάλασσα ώρα την ώρα να του παίρνει τη ζωή. Εδώ ένας μοναχικός τύπος παίρνει το όνειρο της ζωής του όταν πηγαίνει στο πάρτι της πρώην του για να πάρει τα πράγματά του, τσακώνεται με τον νυν της, αποτραβιέται σ' ένα δωμάτιο, τον παίρνει ο ύπνος κι όταν ξυπνάει είναι ολομόναχος στον κόσμο. Μόνο που τα ζόμπι έχουν καταλάβει το Παρίσι.

Σιωπή και ήχοι και στα δύο, τίποτα «λογοτεχνικό», παραδοσιακά αφηγηματικό στην πληροφορία για τον χαρακτήρα. Μια ambience μελωδικής ησυχίας μόνο, διακοπτόμενη από κρότους, drums και καμμιά κραυγή ενίοτε, στ’ αλήθεια όμως μοναχά μια παλιά παριζιάνικη πολυκατοικία στη μέση ενός ερημωμένου Παρισιού αδειασμένου από ζωή. Θα νοιαστείς – αν νοιαστείς – γιατί με κάποιον απώτερα φιλοσοφικό τρόπο θα συμπαθήσεις, θα καταλάβεις περί τίνος πρόκειται το ισχνό δράμα και η βαριά τραγωδία.

Αν στην ροή μιας (πολύ) αργής ταινίας σχεδόν χωρίς καθόλου διάλογο, βάλεις έναν αφηγηματικό γρίφο που εμφανίζεται δυο-τρεις φορές στο φιλμ, μια αρραγή αίσθηση απελπισμένης, τιμωρητικής μοναξιάς, τον εκπληκτικό Ντενί Λαβάντ (που συνεχίζοντας την διερεύνηση του τι -πρέπει να- μπορεί να κάνει με το σώμα του ο ηθοποιός, το πάει ακόμα παραπέρα, εστιάζοντας σχεδόν αποκλειστικά στο πρόσωπο, σε μια ζομπική ανάπλαση της ταιριαστής Μουνκικής κραυγής), παρακάμψεις την ακλιμάκωτη δραματουργία και τις περιοδικές αφέλειες να γεμίσουμε τον χρόνο (η σκηνή με τη γάτα) και απολαύσεις μερικά καλοφτιαγμένα ζόμπι που χοροστατούν εδώ κι εκεί, θα δεις ένα έλασσον μα κι ανέλπιστο καλλιτεχνικό horror που δεν μπορεί να σε τρομάξει αλλά καταφέρνει να σε διαποτίσει με τον αρμόζοντα στο είδος αντιφατικό μηδενισμό του.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Το Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο
  • Το Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο