Advertisement

Οι Ζωές που δεν Έζησα

The Roads Not Taken

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2020
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ην. Βασίλειο, Πολωνία, Ισπανία, ΗΠΑ, Σουηδία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σάλι Πότερ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Σάλι Πότερ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Χαβιέ Μπαρδέμ, Έλ Φάνινγκ, Μπράνκα Κάτιτς, Σάλμα Χάγιεκ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ρόμπι Ράιαν
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Σάλι Πότερ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 85'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Odeon
    <ARTICLE TITLE/>

Ένας αξιοθρήνητος Μπαρδέμ, ένα σενάριο όπου η λογική αγνοείται, κάτι βιολιά ανεξέλεγκτα και μία κεντρική ιδέα προορισμένη να αυτοαναιρεθεί εν τη γενέσει της, συνοψίζουν ένα κάκιστο μελόδραμα που εκθέτει σκηνοθέτιδα και πρωταγωνιστές.

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Σταθερή θαμώνας της Μπερλινάλε, η Σάλι Πότερ επέστρεψε στο Φεστιβάλ τρία χρόνια μετά το αξιοπρεπέστατο «Πάρτι» με ένα μελόδραμα τόσο αφόρητο και φαιδρό που μοιραία εκθέτει τον νέο καλλιτεχνικό διευθυντή, Κάρλο Σατριάν, καθώς και την ομάδα του με την απόφασή τους να το συμπεριλάβουν στο διαγωνιστικό τμήμα.

Το «Οι Ζωές που δεν Έζησα» προσπαθεί να μας βάλει στις κατακερματισμένες ονειροπολήσεις ενός συγγραφέα με προχωρημένη άνοια, καθώς ψελλίζει θραύσματα από τις ζωές που δεν έζησε ή τους δρόμους που ποτέ δεν πήρε για να μείνουμε και στο πνεύμα του τίτλου. Τον μη συνεργάσιμο Λέο (Χαβιέ Μπαρδέμ) έχει αναλάβει να φροντίσει και παράλληλα να καταλάβει τι παραληρηματικά προσπαθεί να της πει η μοναχοκόρη του Μόλι (Ελ Φάνινγκ). Στο γενικότερο κάδρο των κάτι σαν φλασμπάκ μπαίνει η what if σχέση του με την Ντολόρες (Σάλμα Χάγιεκ) και ένα πέρασμα από κάποιο ανώνυμο ελληνικό νησί, ενώ στο παρόν εμφανίζεται η Λόρα Λίνεϊ ως η πρώην γυναίκα του.

Το ξεδιάντροπο exposition κάνει την ταινία να πυροβολεί τα πόδια της, πριν η εκβιαστική μουσική επένδυση της δώσει τη χαριστική βολή

Ξεκινάμε με το καταπληκτικό δομικό παράδοξο μία ταινία να διεκδικεί την εμπλοκή μας στο νοερό ταξίδι του κεντρικού ήρωα και τη σχέση με την κόρη του, την ώρα που εκείνος αδυνατεί εκ των πραγμάτων να επικοινωνήσει μαζί της. Ειδικά από τη στιγμή που μιλάμε για παράλληλες πραγματικότητες με καμία απολύτως συναισθηματική βάση και όχι για αναμνήσεις, οι οποίες θα εμπεριείχαν μια εσάνς τραγικότητας από τη στιγμή που η άνοια δεν θα επέτρεπε να περάσουν στην αντίπερα όχθη. Εκεί όπου μια κόρη περιμένει από τον πατέρα της να τη θυμηθεί και με τη σειρά της να τον καταλάβει.

Όμως τα δεδομένα στο σενάριο είναι τραγικά: το κεντρικό εύρημα των ενδεχομένων προς τα οποία ποτέ δεν κίνησε ο Λέο δεν αφορά ούτε την κόρη - αν δεχτούμε πως η σχέση με τον πατέρα παίζει κάποιο ρόλο εδώ - ούτε έχει σε κάτι να κάνει με την αγωνία του δημιουργού - αν υποθέσουμε πως όσα παρακολουθούμε αποτελούν κομμάτι της ανήσυχης φαντασίας ενός συγγραφέα. Επιπλέον, το ξεδιάντροπο exposition κάνει την ταινία να πυροβολεί τα πόδια της, πριν η εκβιαστική μουσική επένδυση της δώσει τη χαριστική βολή. Δίχως υπερβολή, κάθε στροφή που έχει πάρει η Βρετανή σκηνοθέτις στο «Οι Ζωές που δεν Έζησα» είναι ένα πελώριο αδιέξοδο.

Και προχωράμε στις ερμηνείες. Απέναντι στην συγκινητικά φιλότιμη παρουσία της Φάνινγκ βλέπουμε έναν Μπαρδέμ πλήρως πελαγωμένο σε κάθε παράλληλη εκδοχή της ιστορίας. Έτσι, μετά τον «Έρωτα στα Χρόνια της Χολέρας» ή τα «Φαντάσματα του Γκόγια» (οι πραγματικοί μερακλήδες ας προσθέσουν εδώ και την παρουσία του στο «Skyfall»), μας υπενθυμίζει πως είναι ένας ηθοποιός δίχως κανένα δίχτυ αυτοπροστασίας, ικανός για το καλύτερο («Καμία Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους») αλλά και για το χειρότερο. Το πολύ πολύ χειρότερο.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Οι Ζωές που δεν Έζησα
  • Οι Ζωές που δεν Έζησα