Η Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ ? ταινιες || cinemagazine.gr
Advertisement

Η Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ

Richard Jewell

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κλιντ Ίστγουντ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Μπίλι Ρέι
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Πολ Γουόλτερ Χάουζερ, Σαμ Ρόκγουελ, Κάθι Μπέιτς, Τζον Χαμ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ίβ Μπελανζέ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Αρτούρο Σαντοβάλ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 131'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Tanweer
    <ARTICLE TITLE/>

Ο Κλιντ Ίστγουντ εξακολουθεί απτόητα το ρεσιτάλ της 9ης δεκαετίας της ζωής του πάνω στην αντίληψη του δέοντος και τις βαριές νεφώσεις που απλώνουν πάνω της η κυβερνητική αναλγησία, η ασυδοσία της 4ης εξουσίας και το απλανές σιγοντάρισμα όσων αναπαράγουν αμέριμνα πληροφορίες που δεν προσπάθησαν να αποκτήσουν.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

«Η Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ» κινείται παράλληλα σε δύο ράγες. Η μία αφορά αυτό που έχει γίνει εντυπωσιακά όσο και πρωτότυπα ευκρινές στον αειθαλώς ποικιλόμορφο auteur-ισμό του Κλιντ Ίστγουντ: Ιστορίες ανθρώπων που κάνουν το καθήκον τους, ανθρώπων που είναι γεννήματα-θρέμματα μιας χώρας που δεν αντιλαμβάνεται τα σχίσματα και τα τραύματα που καταφέρνει και ως εκ τούτου δεν μπορεί πλέον (ίσως δεν μπορούσε και ποτέ) να σταθεί αντάξια των Αρχών που την θεμελίωσαν.

Ο Ίστγουντ βέβαια ανέκαθεν έκανε ταινίες-καθήκοντος, δεν ξεκίνησε με τον Κρις Κάιλ του πολυσυζητημένου «Ελεύθερου Σκοπευτή» (2014). Οι ήρωές του, μονήρεις ξεροκέφαλοι σε ακούσια αναζήτηση κοινότητας, ένταξης και, συχνότατα, αποτυχίας, πάντοτε αντιπροσώπευαν ανθρώπους που στο όνομα ενός ιδεαλισμού, μιας αποκατάστασης της ηθικής τάξης, ενός αδιέξοδου πείσματος και μιας υπηρέτησης ενός σκοπού που τους υπερέβαινε, προσπαθούσαν να φέρουν εις πέρας μια μορφή καθήκοντος. Η διαφορά των τελευταίων χρόνων είναι η αφορμή αληθινών ιστοριών που σε συνάρτηση πάντα με έναν εξωγενή παράγοντα (η κοινή γνώμη, ο Τύπος, το Κράτος) βάλλουν και αμφιβάλλουν εναντίον της φυσικής (;) στάσης του ατόμου να πράττει στο όνομα του κοινού καλού.

Ο Ίστγουντ νοσταλγεί άνευ τρέχοντος ρομαντισμού έναν ουτοπικό κόσμο που διαπνέεται από εμπιστοσύνη και αιτιοκρατικότητα

Μία από τις μεγαλειώδεις αρετές του βλέμματος-Ίστγουντ είναι η δεύτερη ράγα. Η σταθερά απορομαντικοποιημένη αν και βαθιά ουμανιστική στάση του. Η συνάφεια με τους ήρωές του δεν τον αποτρέπει από την τήρηση αποστάσεων ενόσω η επικριτική του σχέση με τους αντιπάλους του θαρρείς πως του γεννά περαιτέρω συμπάθεια προς αυτούς. Ηχηρό παράδειγμα στην φετινή ταινία, η στάση του απέναντι στην δημοσιογράφο που ξεκίνησε την σπίλωση του Ρίτσαρντ Τζούελ. Αν και ο φανατισμός της εποχής δεν επιτρέπει σε μια απειροελάχιστη μερίδα δημοσιογράφων να δουν πέρα από το σεναριακό όχημα (η δημοσιογράφος χρησιμοποιεί το σεξ για να αποσπάσει μια πληροφορία από το FBI), είναι η ίδια η σκηνοθεσία (πέρα κι απ΄το σενάριο που δίνει ελαφρυντικά στην δημοσιογράφο) που διασφαλίζει μια καθαρά ιστγουντική κατανόηση στον χαρακτήρα της.

Ανάλογες σκηνές θα δεις φυσικά στην επιτροπή του «Sully», στον περίγυρο του Κάιλ και στην σχέση με αυτόν, ακόμα και στην επιλογή των ερασιτεχνών στο «Αναχώρηση για Παρίσι» (όπου η αποδραματοποίηση αγγίζει επίπεδα σκηνοθετικής θυσίας, άλλη συζήτηση), για να μην φτάσουμε βέβαια σε παλιότερες στιγμές, χαρακτηριστικότερη ίσως των οποίων η σκηνή της εκτέλεσης ενός δολοφόνου παιδιών στην «Ανταλλαγή» του 2008. Η ταύτιση στο σινεμά του Ίστγουντ επιχειρείται με τρόπο βαθύτερα πνευματικό επικαλούμενη την ηθική ενάργεια του θεατή καθώς οι αντικρουόμενες (δηλαδή διαλεκτικές) σκηνές-νύξεις διαδέχονται η μία την άλλη ζητώντας σου μια διαρκή ηθικολογική σκεπτικότητα πάνω σ’ αυτό που βλέπεις.

Ο Ρίτσαρντ Τζούελ, ενδεδυμένος την σπάνιας αξιοπρέπειας φυσιογνωμία του Πολ Γουόλτερ Χάουζερ, είναι εκείνος ο άνθρωπος που θέλεις να έχεις στη γωνία σου στα δύσκολα

Στην «Μπαλάντα» (που κάθε άλλο εκτός από μπαλάντα είναι…) ο Ίστγουντ, με δεδομένες τις πάγιες αρετές της απλότητας και της οικονομίας (πράγμα εντυπωσιακό και πάλι σε ταινία που υπερβαίνει τις δύο ώρες αλλά ρέει εκπληκτικά), νοσταλγεί άνευ τρέχοντος ρομαντισμού και για μια ακόμα φορά έναν κόσμο που διαπνέεται από εμπιστοσύνη και αιτιοκρατικότητα. Έναν κόσμο βέβαια που ο ίδιος ξέρει πολύ καλά πως δεν υπήρξε ποτέ – γιατί να τον έκανε δα τόσες φορές ταινία; - εντούτοις όμως έναν ουτοπικό κόσμο στον οποίον είναι ακόμα ακέραιη και απυρόβλητη η σημασία του να υπηρετείς το σωστό. Για να συμπλεύσεις βέβαια με αυτό το σινεμά πρέπει αφ’ ενός να περιφρονείς τον υπερφίαλο σχετικισμό και αφ’ ετέρου να προτίθεσαι να αναγνώσεις τον κόσμο μιας ταινίας αντί να τον συγχέεις με την καταστροφική αυτοβιογραφικότητα.

Ο Ρίτσαρντ Τζούελ, ενδεδυμένος την σπάνιας αξιοπρέπειας φυσιογνωμία του Πολ Γουόλτερ Χάουζερ, είναι εκείνος ο άνθρωπος που θέλεις να έχεις στη γωνία σου στα δύσκολα. Είναι εκείνος που παραβλέπει την μικροπρέπεια εκείνων που προστατεύει. Είναι όμως κι αυτός που (στην μεγάλη στιγμή του έργου) θα απευθύνει με συγκλονιστική ευθύτητα το ερώτημα σ’ εκείνους που τον διαπομπεύουν. Είναι ένας πολίτης πρακτικά (αντί ακαδημαϊκά) ενεργός που στέκει ανάμεσα στον θεμελιώδη (και σοβαρό) αναρχισμό του δικηγόρου (ο στιβαρός Ρόκγουελ που «φοβάται την κυβέρνηση αλλά όχι την τρομοκρατία) και την ανερμάτιστη γνώμη του καθενός που πασχίζει, ενίοτε εγκληματικά, να την κάνει κυρίαρχο ρεύμα.

Ο Ρίτσαρντ, μαζί με την ρεπουμπλικάνα μάνα του (η Κάθι Μπέιτς σε μεγάλη της στιγμή), τον αναρχικό δικηγόρο και την μετανάστρια γραμματέα συστήνει άλλη μια από αυτές τις υπέροχα ετερόκλητες, ενωτικές κοινότητες του «φορντικού» Ίστγουντ. Που παλεύουν να σωθούν από έναν κόσμο που θυσιάζονται να κάνουν καλύτερο. Έναν κόσμο που, έστω και για 131 λεπτά, βγάζει νόημα και σε κάνει να εξακολουθείς να θέλεις να αγωνίζεσαι για την ανέλπιδα χαμένη του ισορροπία.  

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Η Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ
  • Η Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ