Ξένος Ανταποκριτής

Foreign Correspondent

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

1940
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Η.Π.Α.
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:Άλφρεντ Χίτσκοκ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Τσαρλς Μπένετ, Τζόαν Χάρισον
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ:Τζόελ ΜακΡέι, Τζόρτζ Σάντερς, Λαρέν Ντέι, Χέρμπερτ Μάρσαλ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ρούντολφ Ματέ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Άλφρεντ Νιούμαν
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 120'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Bibliotheque
    <ARTICLE TITLE/>

Ένας Αμερικανός δημοσιογράφος στέλνεται από την εφημερίδα του στην Ολλανδία για να καλύψει μια ειρηνευτική συνδιάσκεψη και να έρθει σε επαφή μ' έναν Ολλανδό διπλωμάτη που κρύβει ένα σημαντικό μυστικό για την αποφυγή του πολέμου.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ξεκινώντας από μια αφετηρία πως ένας άνθρωπος που αγαπά το σινεμά δεν χρειάζεται παρότρυνση για να δει – και να γοητευθεί – από μια ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ, προχωράμε στην διευκρίνιση πως η δεύτερη ταινία της αμερικανικής περιόδου του σκηνοθέτη (μετά τη «Ρεβέκκα») ανήκει σε μια πλειάδα ταινιών εκείνης της εποχής που προπαγάνδιζαν την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο που είχε ξεκινήσει την περασμένη χρονιά. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα περιβάλλον στο οποίο η Ευρώπη έχει αρχίσει να καίγεται στις φλόγες του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου (η τελευταία μέρα των γυρισμάτων είναι η 5η Ιουλίου του 1940, δυο μέρες πριν έχουν φτάσει τα νέα πως επίκειται ο βομβαρδισμός του Λονδίνου, η τελευταία σκηνή προστίθεται την τελευταία στιγμή και στις 10 του ίδιου μήνα ο χαλασμός στην πατρίδα του Χιτς ξεκινά) και την ίδια στιγμή το κοινωνικό χρέος της βιομηχανίας του σινεμά να αποπληρώνεται με ψυχαγωγικές προτάσεις, έστω, χιτσκοκικού βεληνεκούς.

Ωστόσο είναι πρόσθετο το ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πως ο Χίτσκοκ επιχειρεί εδώ με δυο χέρια και πέντε νήματα να μπολιάσει τις εμπορικές επιταγές των παραγωγών και την προπαγανδιστική στρατηγική του στούντιο με το πάντρεμα της δικής του αμηχανίας να βρίσκεται μακριά απ' τη χώρα του, να παρατηρεί τον Αμερικάνικο Χαρακτήρα και να προσπαθεί ωστόσο να κάνει το δικό του σινεμά.

Και είναι εντυπωσιακός ο «Ξένος Ανταποκριτής» σχεδόν σε όλα τα μέτωπα. Από την μαεστρία του set-piece (η σκηνή με τις ομπρέλες, οι ανεμόμυλοι, η σκηνή με τον σωματοφύλακα - δολοφόνο) στον εκπληκτικό χειρισμό του χώρου (δείτε την σκηνή μέσα στον ανεμόμυλο, θαυμάστε δεξιοτεχνία διαδοχής πλάνων, γωνιών και φωτογραφίας) και από την εκλέπτυνση του κλασσικού χιτσκοκικού θέματος του αθώου που διώκεται μέχρι την αποκρυστάλλωση του σασπένς – που στηρίζεται στην γνώση του θεατή αλλά την άγνοια των ηρώων, θυμίζω – ο Χίτσκοκ εδώ είναι ήδη σε φόρμα που προλέγει το μεγάλο σερί της δεκαετίας του '40 («Suspicion», «Saboteur», «Shadow of a Doubt», «Lifeboat», «Spellbound», «Notorious»). Ο Χίτσκοκ προβάρει για άλλη μια φορά και το ΜακΓκάφιν (ένας «κόλπο» της πλοκής για να προχωρήσει και να σου κρατήσει το ενδιαφέρον που όμως δεν έχει καμμία σημασία για το ίδιο το έργο), ενώ το μοναδικό που θολώνει την τελική εικόνα είναι η υποχρεωτική διάρκεια που δίνει το σενάριο στην προπαγανδιστική ρητορεία – άντε να το ψέξεις εκείνη την εποχή όμως κιόλας. Εντούτοις ο Χίτσκοκ καταφέρνει με δυο ενέσεις του να στρέψει αλλού την προσοχή: Το ένα είναι η χαρακτηρολογία, που ιδίως στην περίπτωση του Τζορτζ Σάντερς είναι αφάνταστα διασκεδαστική στην ειρωνεία και το άπταιστο cool της και το άλλο είναι αυτή η θαυμάσια ματιά στην αντιπαραβολή του Αμερικανικού (αφελούς, ατόφιου, μετωπικού – «let's have a showdown», λέει συχνά ο Τζόελ Μακρέι - ιδεαλιστικού), με τον Ευρωπαϊκό διπρόσωπο, διπλωματικό και πρακτικό Χαρακτήρα.

Ο Χίτσκοκ ενώ ανήκει στον δεύτερο εναποθέτει, όπως όλος ο τότε τρομαγμένος κόσμος, την ελπίδα του στον πρώτο. Και χωρίς αυτόν τον ιστορικό φακό, μια ταινία σαν τον «Ξένο Ανταποκριτή» δεν μπορεί να ιδωθεί σε όλο της το ογκώδες, και κάπως άδικα παραγνωρισμένο, εκτόπισμα.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Ξένος Ανταποκριτής
  • Ξένος Ανταποκριτής