Ο Έκπτωτος

El Reino

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ:Ισπανία/Γαλλία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:Ροντρίγκο Σορογκόγιεν
    ΣΕΝΑΡΙΟ:Ροντρίγκο Σορογκόγιεν, Ιζαμπέλ Πένια
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ:Αντόνιο ντε λα Τόρε, Μόνικα Λόπεζ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:Αλεχάντρο ντε Πάμπλο
    ΜΟΥΣΙΚΗ:Ολιβιέρ Αρσόν
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 132'
    ΔΙΑΝΟΜΗ:Rosebud.21
    <ARTICLE TITLE/>

Θρίλερ με ήρωα λαμόγιο; Αυτό ακριβώς. Η Ισπανία προλαβαίνει χώρες εξίσου αρμόδιες, όπως η δική μας, φτιάχνοντας ένα αναγνωρίσιμο κράμα λαμογιάς, νεοπλουτίστικης καλοπέρασης και (σινεμά είναι) θεσμών που λειτουργούν. Ο αγανακτισμένος λόγος πίσω από την δημιουργία είναι ο άσσος κούπα του έργου, είναι όμως και η ρίζα των προβλημάτων του.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Η Ισπανία έχει το μερτικό της στη οικονομικοπολιτική διαφθορά, αντίθετα όμως με την Ελλάδα, δεν την ξορκίζει αποκλειστικά μέσα από σαχλοκωμωδίες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κάνει και σοβαρότερο σινεμά με δαύτην. Στον «Έκπτωτο» (μια κακή μετάφραση του ισπανικού τίτλου «Το Βασίλειο»), ένας πλήρως διεφθαρμένος πολιτικός βρίσκεται εκτεθειμένος μετά από μια προδοσία ένδοθεν του (πλήρως διεφθαρμένου) συναφιού συναδέλφων του κι εμείς παρακολουθούμε την λυσσαλέα προσπάθειά του να επιβιώσει όχι μόνο σαν άνθρωπος αλλά και σαν πολιτικός – έστω παίρνοντας κι άλλους (ή μια χώρα) στο λαιμό του.

Το «Βασίλειο» είναι φυσικά σάπιο ως το μεδούλι, με το έργο να επιχειρεί κραυγαλέους υπαινιγμούς μιας συνολικά γκανγκστερικής αλυσίδας λαμόγιων στην καρδιά των πολιτικών μηχανισμών που νέμονται το δημόσιο χρήμα, δωροδοκούν, παίρνουν δημόσια έργα και τα λοιπά και τα λοιπά. Ας μην γίνουμε σαφέστεροι, θίγονται επώνυμες συνειδήσεις.

Το πρόβλημα της ταινίας ξεκινά από το γεγονός ότι ο Σορογκογιέν (υπεύθυνος εκείνου του ωραιότατου «Στοκχόλμη» (2013) και συνσεναρίστας εδώ) θέλει με τίμια λαϊκή οργή να μπήξει το μαχαίρι στο κόκκαλο και να κερδίσει εκ μέρους της βωβής πλειοψηφίας έναν χαμένο (;) πόλεμο. Η αλήθεια είναι όμως, κι ας πονάει, πως η πολλή «λαϊκότητα» οδηγεί στον λαϊκισμό, την απλούστευση δηλαδή σοβαρών ζητημάτων χάριν της λαϊκής θωπείας και ψήφου. Όταν όμως επιτίθεσαι κατά μέτωπο εναντίον προπονημένων σκακιστών μπορεί να γλεντοκοπάς αυτάρεσκα την επέλασή σου αλλά θα δεχθείς κεραυνοβόλα το ρουά ματ σου.

Παρακολουθείς στην άκρη της καρέκλας σου ένα ίσως όχι πραγματολογικά εύλογο μα ωραίο θρίλερ, απορώντας για πολλοστή φορά πόσο άσβεστη είναι η δίψα μας για εξουσία

Το έκανε και το φιλελεύθερο σινεμά των Αμερικανών το ’70. Πόνταρε στο δίκαιο και το σωστό του, πίστεψε στην δύναμη του Τύπου κι αμέσως μετά βρέθηκε να συναινεί στην γέννηση της μεγαλύτερης σύγχρονης κρίσης – που άλλωστε βιώνουμε και σήμερα. Κατά μία έννοια ο Σορογκογιέν, ενώ έχει το δραματουργικό προνόμιο να έχει ήρωά του τον «κακό», κάνει το ίδιο. Απεχθάνεται το λαμόγιο Μανουέλ (αεικίνητα έξοχος ο Αντόνιο ντε λα Τόρε) και παρακολουθεί αηδιασμένος την ασίγαστη επιβιωτικότητά του. Λογικό, θα πεις, κι όμως τόσο λάθος για μια δραματουργία που θα ήταν εντελώς ουσιωδέστερη αν κρατούσε αποστάσεις και μελετούσε ένα φαινόμενο.

Έτσι λοιπόν παίρνεις ένα θρίλερ πολιτικού θέματος αντί ένα πολιτικό θρίλερ. Εντούτοις, αφού η παρτίδα πάει εκεί, το έργο είναι διαρκώς κινητικό, ξύπνιο, καλογραμμένο, ρυθμικό και από την μέση και μετά κινηματογραφικά μαγνητικό. Από την μονοπλανικά βιρτουόζικη σκηνή στο σπίτι της κόρης, μέχρι το νυχτερινό αυτοκινητοκυνηγητό στις ισπανικές επαρχιακές οδούς, η ταινία μπορεί να χάνει το στοίχημα του πραγματολογικά εύλογου, κερδίζει όμως αυτό της ανεσταλμένης δυσπιστίας του ωραίου θρίλερ. Παρακολουθείς στην άκρη της καρέκλας σου, απορώντας για πολλοστή φορά πόση λατρεία της καρέκλας γεννοβολά το χρήμα, η ντόλτσε βίτα και το περίφημο way of life, πάνω στο οποίο ανθοφορεί ο αθάνατος καπιταλισμός μας.

Σε μια στροφή, τελικά αναμενόμενη της κραυγαλεότητας και της οργίλης δραματουργίας, θα έρθει και το φινάλε, αρωγή της πάντα ευπρόσδεκτης Μπάρμπαρα Λένι. Ένα φινάλε που ενδεχομένως να σε εκτονώσει μέσα στην α λα «Δίκτυο» (1976) υπερδιαλογική του φόρα, που θα σε κοκκινίσει με το σπάσιμο του τέταρτου τοίχου (αμ δε μιλάτε σε μας όμως…) και τελικά ή που θα σου φανεί μεγαλειώδες ή που θα σου καρφώσει και το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της αναποτελεσματικής απολιτικότητας που ευχαριστιέται «που τα είπε» αλλά δεν έχει και πουθενά να πάει μετά από την έκρηξή της. Όπως δηλαδή ακριβώς κι ο (συναρπασμένος, ίσως) θεατής της.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Ο Έκπτωτος
  • Ο Έκπτωτος