Θάνατος στην Βενετία

Morte a Venezia

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

1971
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ιταλία, Γαλλία, ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λουκίνο Βισκόντι
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Λουκίνο Βισκόντι, Νικόλα Μπανταλούκο
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ντερκ Μπόγκαρντ, Μπγιορν Άντρεσεν, Σιλβάνα Μανγκάνο, Μαρίζα Μπέρενσον, Μαρκ Μπερνς
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Πασκουάλε ντε Σάντις
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 130'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Bibliotheque
    <ARTICLE TITLE/>

Ένας Γερμανός μουσουργός επισκέπτεται για λόγους υγείας την Βενετία των αρχών του 20ού αιώνα και σαγηνεύεται από ένα νεαρό αγόρι.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Αναγνωρίζοντας και σεβόμενος το γεγονός πως υπάρχουν πολλοί θεατές που διαβάζουν μια κριτική αναζητώντας την προτροπή ή την αποτροπή από το εκάστοτε έργο ας ξεκαθαρίσω: Πέρα από την υψηλή βαθμολογία, που θα αιτιολογηθεί στο δεύτερο μέρος του κειμένου, ο «Θάνατος στην Βενετία» είναι μια δύσκολη, ιδιότροπη ταινία. Είναι επίσης μια αργή, με τα σημερινά δεδομένα «ακίνητη», ταινία, βωβή στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της, με θέμα έναν μεσήλικο άντρα που, κατά τα φαινόμενα, έχει ερωτευθεί ένα ανήλικο αγόρι ενώ, εμβόλιμα, συζητήσεις περί της αναζήτησης και του ορισμού της Ομορφιάς στην Τέχνη συνιστούν ένα σύνολο ιδιαίτερα αμφίβολης ελκυστικότητας για σοβαρά μεγάλο μέρος του κοινού. Γνωρίζοντας λοιπόν τις ηθικές και αισθητικές τάσεις του έργου μπορείς να αποφασίσεις για τις δικές σου ενστάσεις.

Για τους «άλλους θεατές», που έφτασαν ως εδώ, αυτούς που δεν είχαν ως σήμερα την τύχη της επαφής με το έργο αλλά κι εκείνους που θα προσέλθουν ευλαβικά για πολλοστή φορά να το απολαύσουν σε μεγάλη οθόνη (όπως αρμόζει και στο πανοραμικό σινεμασκόπ της), η ιστορία έχει αλλιώς.

Ο «Θάνατος στην Βενετία» είναι η απόλυτα μοντέρνα ταινία – ακόμα και με σημερινά μέτρα. Η αγιασμένη στιγμή που ο Βισκόντι αποφάσισε να καταπιαστεί με το «αμετάφερτο», ελάχιστης δράσης και μέγιστης φιλοσοφικής κι αισθητικής ενδοσκόπησης, μυθιστόρημα του Τόμας Μαν, δεν περιέχει τίποτα το τετριμμένο, ούτε ένα καρέ που το πρότερο κι επόμενο σινεμά θα δοκίμαζε να καταπιαστεί. Το να σκιαγραφεί κανείς την δομική κι αισθητική μεταφορά της εσωτερικότητας του Γερμανικού ιδεαλισμού και της συντριπτικής, για τον ίδιο, αναμέτρησής του με τον κόσμο των αισθήσεων, ως «παιδεραστική» και «ομοφυλοφιλική», αποτελεί ένα είδος αισθητικού «αυριανισμού», μια χυδαία εκλαΐκευση προς κουτσομπολική, απορριπτική τέρψη της μάζας που πρέπει να διατηρήσουμε πάση θυσία ως τέτοια.

Μια αιθέρια, θεσπέσια μα και βαριά παρακμιακή εποχή, δύει θρηνητικά με το τέλος του «Θανάτου στη Βενετία»

Ο «Θάνατος στη Βενετία» είναι μια ταινία πάνω στην οντολογία του βλέμματος – του πραγματικού, του φιλοσοφικού και του κινηματογραφικού. Ο Άσενμπαχ (Ντερκ Μπόγκαρντ) καταφθάνει στην Βενετία για την υγεία του (πάσχει από την καρδιά του) όμως μέσα από την ασταμάτητη θεώρηση του κόσμου γύρω του, μέσα από το διαρκές βλέμμα δηλαδή, θα συνειδητοποιήσει το αισθητικό, πνευματικό και αισθησιακό του αδιέξοδο. Μαζί του θα εκπέσει και μια ολόκληρη εποχή. Καταλύτης θα είναι ο Τάτζιο, ο αγγελικός έφηβος, η προσωποποίηση μιας ομορφιάς υλικής που ο δέσμιος του πνευματικού ιδεαλισμού Άσενμπαχ δεν είχε μπορετή. Το βλέμμα του Άσενμπαχ, έστω με σαρκική αφορμή, είναι βλέμμα προς τον εαυτό του, είναι το βλέμμα που υποσημειώνει την ματαιοπονία, που υπογράφει το μακάβριο τελεσίγραφο μιας ζωής που πάρθηκε λάθος, κατά τον ποιητή. Μόνο που εδώ δεν θα υπάρξει χρονικό περιθώριο αλλαγής πλεύσης.

Η κάμερα του Βισκόντι, με τον πρωτοφανή αριθμό ζουμ στην ιστορία του σοβαρού κινηματογράφου, είναι μια κάμερα αισθητικής γραμμής. Το ζουμ εδώ δεν είναι παρά ο ίδιος ο Άσενμπαχ, ο άνθρωπος που, ακριβώς σαν κινηματογραφική μηχανή, δεν μπορεί σωματικά να πλησιάσει το αντικείμενο της σαγήνης του και καταφεύγει στην μοναδική, τελευταία του δυνατότητα: Να παρακολουθεί εξ αποστάσεως το αντικείμενου του πόθου. Πόθου υπαρξιακού, πόθου τερματικά επώδυνου μιας κι επισημαίνει το αδιέξοδο μιας ολόκληρης στάσης. Πόθου να απολαύσεις με το βλέμμα αυτό που επ’ ουδενί θα μπορέσεις ποτέ να απολαύσεις διαφορετικά. Να η οντολογία και του κινηματογραφικού βλέμματος.

Υπάρχουν δέκα σκηνές, τουλάχιστον, δύσκολες σκηνές, όμορφες κι αβάσταχτες μαζί, που υπό κανονικές συνθήκες θα δικαιούνταν μνείας. Το πλησίασμα στην Βενετία του λυκαυγούς – δεν υπάρχει άλλος τρόπος πια να φτάσεις στην Βενετία. Η προφητική, αλλόκοτη και, λες, απώτερα αυτοβιογραφική σκηνή της αρχής με τον μακιγιαρισμένο ομοφυλόφιλο γέρο στο καραβάκι. Η πρώτη συνάντηση – με την υστερικής ακρίβειας πολυεπίπεδη παράταξη του διακόσμου ενός μεγαλοαστικού ξενοδοχείου του 1910 εν όψει. Τα πρώτα σημάδια της επιδημίας στην πόλη. Η πόλη καθαυτή, η Βενετία δεν κινηματογραφήθηκε ποτέ ωραιότερα. Οι πλανόδιοι μουσικοί – η, μεταξύ άλλων, ταξική, βαριά δηκτική, σχεδόν χαιρέκακη, στίξη του πολιτικού Βισκόντι. Και πολλές ακόμα.

Όλες τους σε μια ύστερα ρομαντική συμφωνική φόρμα τελευταίου μέρους – σαν το adagietto της 5ης του Μάλερ που χοροστατεί διαρκώς. Μάλερ που είναι ο Άσενμπαχ, η μόνη αλλαγή που έκανε ο Βισκόντι στον, στο βιβλίο συγγραφέα, χαρακτήρα του Μαν. Όλες τους να οδηγούν στο αναφιλητής θλίψης και μαζί τραγελαφικό φινάλε. Εκεί που ολάκερος ο κόσμος του κομμουνιστή Κόμη δημιουργού ανακεφαλαιώνεται για μια τελευταία φορά ενώπιον της μηχανής, του ίδιου του βλέμματός του. Η βυθιζόμενη Βενετία, ο Τόμας Μαν, ο Γκούσταβ Μάλερ, η προυστική αναζήτηση ενός χρόνου που δεν θα ανακτηθεί ποτέ, ο ύστερος Ρομαντισμός μια ανάσα πριν τον ερχομό του Α' Πολέμου που θα τα τέλειωνε όλα, ο ίδιος ο ύστατος Βισκόντι και ο στεγνωμένος από το γαλάζιο αίμα κόσμος του. Μια αιθέρια, θεσπέσια μα και βαριά παρακμιακή εποχή, δύει θρηνητικά με το τέλος του «Θανάτου στη Βενετία», στιγματισμένη από χολέρα, άρρωστο σιρόκο, άρωμα πεθαμένων λουλουδιών και σκοτεινά νερά που την περικλείουν και θα την καταποντίσουν οριστικά.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Θάνατος στην Βενετία
  • Θάνατος στην Βενετία