Αιγαίο SOS

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ελλάδα
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:Πιέρρος Ανδρακάκος
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Μαργαρίτης Παπαδόπουλος, Γιάννης Παπαδόπουλος, Δημήτρης Μαρούδης
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Θοδωρής Αθερίδης, Πάνος Βλάχος, Eυαγγελία Συριοπούλου, Μιχάλης Λεβεντογιάννης, Κωνσταντίνος Mπιμπής, Nina Senicar, Νίκος Μίχας
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Γιάννης Δασκαλοθανάσης
    ΜΟΥΣΙΚΗ:Κώστας Χρηστίδης
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 95'
    ΔΙΑΝΟΜΗ:Odeon
    <ARTICLE TITLE/>

Μια βραχονησίδα «φυτρώνει» στο Αιγαίο μετά από έναν σεισμό, ανάμεσα στη Ρόδο και τα τουρκικά παράλια. Δυο φρεγάτες των ενδιαφερόμενων χωρών στέλνουν προσωπικό για απόβαση και μια σειρά ευτράπελων ακολουθεί. 

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Το λαϊκό σινεμά, οριζόμενο (από τους συντελεστές του) σαν το σινεμά που δεν το απασχολούν οι κριτικές αλλά ο (περίφημα όσο και υποτιθέμενα) «απλός» θεατής, είναι δύσκολο να το περιγράψεις κριτικά. Κι αυτό διότι γράφοντας μια κριτική, οφείλεις να έχεις ένα αναγνωστικό κοινό κατά νου. Κι η ιδιαιτερότητα εδώ είναι πως δεν μπορείς να έχεις για κοινό τους συντελεστές (που δεν τους απασχολείς - παρότι έχουν κι εκείνοι οφειλή στην κριτική της τέχνης τους) αλλά ούτε και το κοινό στο οποίο απευθύνεται το έργο που μετά από προσπάθειες ετών (καθόλου ανεύθυνοι οι ίδιοι οι κριτικοί γι' αυτό) αδιαφορεί με μένος για την γνώμη των κριτικών.

Η τελευταία, ως γνωστόν και δέον, δεν λειτουργεί σαν μπούσουλας για το τι θα δεις και τι όχι. Αυτό στο κάνουν οι φίλοι σου, στο κάνουν τα αστεράκια όσο τους δίνεις σημασία, στο κάνει και η διαθεσιμότητα των εισιτηρίων, αφού έχεις φτάσει στο σημείο να διαλέγεις στα multiplex ταινία σαν τηγανιά στην ταβέρνα. Η κριτική είναι για να εκφράσει μια τεκμηριωμένη γνώμη πάνω στο περί τίνος πρόκειται μια ταινία (όχι, όχι την υπόθεση), ποια είναι τα χαρακτηριστικά της που την κάνουν ενδιαφέρουσα, γοητευτική, προκλητική και την φέρνουν σε μια επικοινωνία με σημαντικά πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας. Στην «χειρότερη» περίπτωση ο κριτικός θα απονείμει και μια σειρά αξιολογικών χαρακτηρισμών, που ο ενδιαφερόμενος εσύ θα ελέγξεις αν προέρχονται, τουλάχιστον, από έναν γνώστη της ιστορίας του σινεμά (και όχι μόνο, κατά προτίμηση), που (εννοείται πως) είναι αμερόληπτος σε όλα πλην των δικών του πεποιθήσεων.

Έχοντας πει όλ' αυτά, βλέπεις το «Αιγαίο SOS» και οπωσδήποτε γλιτώνεις το εγκεφαλικό που θα σου έφερνε μια (ακόμα) τεχνικά κακογυρισμένη, κακοφωτογραφημένη, κακοηχογραφημένη ελληνική ταινία. Το ντεμπούτο του Πιέρρου Ανδρακάκου είναι μια καλοφτιαγμένη ταινία, που ειδικά στην αρχή της, έχει έναν σβέλτο ρυθμό και μια πληθώρα περιγραφικών δυνατοτήτων που, αν μη τι άλλο, δείχνουν ένα καλό χώνεμα αμερικάνικων (ελαφρώς τηλεοπτικών) ερεθισμάτων.

Και μετά περνά η ώρα. Και ως ταινία μεγάλου μήκους θα πρέπει να αναπτύξει ένα βασικό θέμα, κάτι να πει, αν είσαι τυχερός θα έχει και καμιά υποπλοκή, αν είσαι υπέρμετρα ευνοημένος θα βρεις και κάποιο μοτίβο, κάτι που θα εντοπιστεί κάτω από την πλοκή και θα της δώσει βάρος, βάθος και βαρύτητα άλλης καλλιτεχνίας. Ψιλά γράμματα. Δεν είναι πως περιμένεις να δεις τον «Μεγάλο Πόλεμο» του Μονιτσέλι, το «SOS Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα» του Κιούμπρικ, ούτε καν το «1941» του Σπίλμπεργκ ή το «Από Που Πάνε για το Μέτωπο Παρακαλώ;» του Τζέρι Λιούις (που είχε θάψει κιόλας η τότε κριτική). Δεν περιμένεις καν την τελευταία σεζόν της «Μαύρης Οχιάς» - ξέρεις πως οι Άγγλοι είναι άλλη φάρα, απλησίαστη.

Όμως δεν περιμένεις μια ταινία που η αρετή της εξαντλείται στην (φανερή) ευθυμία των συμπαθέστατων συντελεστών της - Πάνου Βλάχου προεξάρχοντος, που παίρνει πάνω του και την ωραιότατη κι ελληνικότατη σκηνή του έργου - ή την «κάντε έρωτα όχι πόλεμο» αντιπολεμικότητα της γενιάς των πεντηκονταετών λουλουδιών. Ούτε μια ταινία που δεν διαθέτει σχεδόν τίποτα κωμικό, πέραν της ευφορίας της. Ούτε, οπωσδήποτε, μια τόσο εντυπωσιακά απλοϊκή συρραφή κλισέ καταγραφών και στερεοτύπων.

Θα 'θελες μια ταινία που, πέρα από την καλή της πρώτη ιδέα, θα είχε κάτι χιουμοριστικό (όλα μπορούν να αντιμετωπιστούν χιουμοριστικά) να συνεισφέρει σε ένα βαρυφορτωμένο ιστορικό μιας διεθνούς σχέσης έντασης και αντεγκλήσεων. Το χιούμορ έχει μια διείσδυση, έχει λευκή κάρτα να αποφεύγει πομπώδεις αντιδικίες. Το χιούμορ φωτίζει περιοχές που η σοβαρότητα χάνει εντελώς. Το χιούμορ κουβαλά μια αναρχικότητα που ανανεώνει το βλέμμα στα χιλιοειδωμένα. Όχι όμως. Στη χώρα που μπλέκει το χιούμορ με την πλάκα της πρόζας της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου (που δεν είναι ούτε χρυσή, ούτε κινηματογράφου), που φρονεί πως η ελευθερία της έκφρασης της πλάκας αυτής ισοδυναμεί με καλλιτεχνικό δικαίωμα (αμ δε), που συνδέει την κωμωδία με την καλοπέραση των χαρακτήρων της - σε αυτό το λαϊκό ελληνικό σινεμά δεν υπάρχει διάσταση ανάμεσα στο βλέμμα των χαρακτήρων και το βλέμμα του δημιουργού τους - είπαμε, αυτά είναι ψιλά γράμματα. Στο τέλος θα σου γράψει κι ένας «τι τα αναλύεις ρε φίλε» και θα σε βολέψει.

Σωστά. Τι τα αναλύουμε; Δεν είναι τέχνη, είναι απλώς σινεμά.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Αιγαίο SOS
  • Αιγαίο SOS