Ενήλικοι στην Αίθουσα

Adults in the Room

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Γαλλία, Ελλάδα
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κώστας Γαβράς
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Κώστας Γαβράς
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Χρήστος Λούλης, Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Ούλριχ Τουκούρ, Δημήτρης Τάρλοου, Βαλέρια Γκολίνο, Νταν Σούρμανς
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Γιώργος Αρβανίτης
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Αλεξάντρ Ντεσπλά
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 124'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Odeon
    <ARTICLE TITLE/>

Ο Κώστας Γαβράς επισκέπτεται για μια ακόμη φορά την πολιτική ζωή της γενέτειράς του, μεταφέροντας στο σινεμά το χρονικό του Γιάνη Βαρουφάκη για τον διαπραγματευτικό χειρισμό της οικονομικής κρίσης των πρώτων μηνών της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αντιμετωπίσεις την καινούργια ταινία του Γαλλο-Έλληνα δημιουργού δίχως να πολιτικολογήσεις. Καθώς διάγουμε μια αγαπητή στη χώρα διχόνοια, που αναπόφευκτα γεννά εξτρεμισμό – πάντα κακός σύμβουλος μιας ιστορικοπολιτικής προσέγγισης – το έργο μιας κριτικής αισθάνεται κραταιό πάνω από το κεφάλι της τον πέλεκυ της οξύτητας και της διαμορφωμένης από τον φανατισμό άποψης. Σ’ αυτό εκ των πραγμάτων δεν βοηθά η καθαυτή επιλογή του Γαβρά να χρησιμοποιήσει σαν μοναδική πηγή του την άποψη ενός εκ των δύο διαπραγματευόμενων μερών.

Αυτό είναι το πρώτο πρόβλημα/αίνιγμα που αντιμετωπίζεις προτού αναμετρηθείς με το έργο. Αντίθετα με το «Ζ» του 1969, που πραγματευόταν μια καμπή της νεοελληνικής ιστορίας του ’60, με ενδιάμεσο της έρευνας του εισαγγελέα Χρήστου Σαρτζετάκη το βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού, ο Γαβράς εδώ επιλέγει την ευάλωτη λύση της εμφανούς μεροληψίας διαλέγοντας άμεσα τον έναν από τους δύο της πολιτικής αναμέτρησης ως σεναριακή πηγή. Μένει να δεις κατά πόσον μπόρεσε σκηνοθετικά να ασκήσει έναν ρόλο αντιστικτικό στην μελέτη ενός ιστορικού πεπραγμένου. Το ζητούμενο τελικά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά κύρια μια κριτική προσέγγιση στο πολιτικό κομμάτι, δεν μπορεί να είναι άλλο από την ύπαρξη ή μη της αντίστιξης αυτής.

Ο Γαβράς δεν αποτυγχάνει εντελώς. Με μια σειρά, όχι εντυπωσιακών, όχι συναρπαστικών, ευρημάτων μοιάζει να αρθρώνει μια αποστασιοποίηση. Οι σκηνές μιας κυβέρνησης αποτελούμενης, σε μεγάλο μέρος, από ανθρώπους ανέτοιμους να αντιμετωπίσουν εκείνο που μοναχά με την ασφάλεια της βαρέως μειοψηφούσας αντιπολίτευσης ρητόρευαν στηλιτευτικά, η διφορούμενη σκηνή της επίσκεψης των βωβών ψηφοφόρων στο δείπνο των Εξαρχείων, η ποιητικής ελευθερίας διάρθρωση της τελικής σκηνής και η δραματουργική χρήση της απροσδόκητης (;) μουσικής του Αλεξάντρ Ντεσπλά, υποδεικνύουν την προσπάθεια του Γαβρά να σχολιάσει πάνω στο κείμενο του πρώην υπουργού των Οικονομικών. Από αυτά προκύπτει μια σκωπτική ματιά που ανεξάρτητα από την κινηματογραφική ευρωστία της (απούσα), σε αφήνει, ίσως μόνο στιγμιαία, σιωπηλό και σκεπτόμενο στην εννόηση της σκηνοθετικής πρόθεσης.

...τότε όμως δεν έχεις το υλικό μιας περιεκτικής δραματουργίας, έχεις απλά (...) μια τραγωδία της πραγματικής ζωής. Και τότε ένα έργο σαν αυτό έχει ιδιοτελή κίνητρα.

Βέβαια η ισχύς του προαναφερθέντος κειμένου αυτού, μόλις ισορροπεί ανάμεσα στην επιβεβαίωση μιας πόζας προφήτη (είναι αδιανόητο να δείχνεις έναν πολιτικό σε οποιαδήποτε περίοδο, όχι μόνο τέτοιας κρίσης, να περιφέρεται όρθιος ανάμεσα σε τραπεζίτες ή πολιτικούς ομολόγους, κατά τρόπον ανάλογο του κεντρικού χαρακτήρα του χριστιανικού ευαγγελίου, «διαλύοντας» επιχειρήματα και μεταστρέφοντας εν ριπή οφθαλμού ένα σκληρό κοινό σε χειροκροτητές) και την ισοπέδωση μιας άλλης πλευράς που τελικά δεν παρουσιάζεται σαν κάτι περισσότερο από μαριονέτα ενός σύγχρονου «Dr. Strangelove», που απλοϊκά θεωρείται ο Σόιμπλε από μερίδα της ελληνικής κοινής γνώμης. Ταυτόχρονα, η μια σκηνή που κατά κόρον ισχυρίζεται ο συγγραφέας ως πιστοποίηση του villain μιας οδυνηρής ιστορίας (η off the record ερώτηση του Βαρουφάκη στον Σόιμπλε αν αυτός θα υπέγραφε στη θέση του το Μνημόνιο), απλουστεύει την δραματουργία και εξυψώνει τον κεντρικό χαρακτήρα σε επιβεβαιωμένο Δίκαιο της αντιπαράθεσης αφήνοντας τον δραματουργικό ανταγωνιστή του στο περιβάλλον μιας ανθρωπιστικά εγκληματικής φυσιογνωμίας.

Το παραπάνω θα αποκτούσε μια κινηματογραφική υπόσταση αν ο Γαβράς (ή/και η πρώτη ύλη του) έμπαινε στον κόπο μιας επί χάρτου πολιτικής συνδιάλεξης. Όμως ο σκηνοθέτης μπορεί να πολιτικολογεί (συμβαίνει σε ολόκληρη την φιλμογραφία του), στην πραγματικότητα όμως ποτέ δεν επισκέπτεται ισότιμα δύο αντίρροπες πολιτικές θέσεις, ποτέ δεν επιτρέπει σε μια παράλληλη επιχειρηματολογία να ανθίσει ώστε ο θεατής να σκεφτεί διαλεκτικά πάνω στο ζήτημα του έργου. Η συζήτηση περιορίζεται ανάμεσα σε μια ευλογοφανή οικονομολογία ακαδημαϊκής διδασκαλίας και μια ηθική (και αήθη τελικά) επιμονή της άλλης πλευράς. Ουδείς αποκλείει τα πράγματα να συνέβησαν ακριβώς έτσι. Τότε όμως δεν έχεις το υλικό μιας περιεκτικής δραματουργίας, έχεις απλά (...) μια τραγωδία της πραγματικής ζωής. Και τότε ένα έργο σαν αυτό έχει ιδιοτελή κίνητρα.

Η δραματουργία πλήττεται και από το επεξηγηματικό αλλά ευκρινώς εύκολο voice over που αντικαθιστά δραματικό διάλογο, αστοχεί πλήρως στο ότι ποντάρει σε σασπένς (όμως άλλο να ξέρει ο θεατής παραπάνω από τους ήρωες κι άλλο να ξέρει πως θα τελειώσει το έργο!), πληγώνεται θανάσιμα και από την επίπεδη εξέλιξη - το τελευταίο παράδοξο πάντως για έναν σκηνοθέτη που πολιτικός δημιουργός μπορεί να μην είναι, αλλά τους κανόνες της συναρπαστικής αφήγησης μπορεί να περηφανεύεται πως έχει θεμελιώσει στο είδος του σινεμά αυτού.

Μένει μια άψογη παρουσία από τον Χρήστο Λούλη στον ρόλο του πρώην υπουργού, μια μετέωρη από τον Αλέξανδρο Μπουρδούμη στον ρόλο του πρώην πρωθυπουργού (που τουλάχιστον χρησιμεύει στην ειρωνεία της τελικής σεκάνς), ικανές παρουσίες περίπου σύσσωμα από το υπόλοιπο καστ και μια αναγκαία αίσθηση, έστω κι αν μόνο για το ελληνικό κοινό, πως το έργο είναι αξιωματικά ενδιαφέρον. Ίσως και γιατί μέσα από την προσωποπαγή του οπτική διαφωτίζει με τον τρόπο που μόνο η τέχνη μπορεί χαρακτήρες και καταστάσεις εξωφρενικά και πολύμορφα μακρινές για ζωές που τελικά καθορίζονται ολοκληρωτικά από αυτές.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Ενήλικοι στην Αίθουσα
  • Ενήλικοι στην Αίθουσα