Ο Δικός της Πόλεμος

A Private War

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ:ΗΠΑ, Η.Βασίλειο
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:Μάθιου Χάινεμαν
    ΣΕΝΑΡΙΟ:Αράς Αμέλ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ:Ρόζαμουντ Πάικ, Τζέιμι Ντόρναν, Στάνλεϊ Τούτσι
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον
    ΜΟΥΣΙΚΗ:Χ. Σκοτ Σαλίνας
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 110'
    ΔΙΑΝΟΜΗ:Odeon
    <ARTICLE TITLE/>

Η Ρόζαμουντ Πάικ («Gone Girl») κερδίζει δικαίως τις εντυπώσεις και μαζί μια υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα ενσαρκώνοντας τη θρυλική πολεμική ανταποκρίτρια Μαρί Κόλβιν.

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Η Ρόζαμουντ Πάικ αφιερώνεται ολόψυχα στο ρόλο της Μαρί Κόλβιν, της θρυλικής πολεμικής ανταποκρίτριας που έδωσε τη ζωή της υπηρετώντας την πιο αποτρόπαιη όψη της αλήθειας. Και ο Μάθιου Χάινεμαν, υποψήφιος για Όσκαρ σκηνοθέτης του εξαιρετικού ντοκιμαντέρ «Cartel Land», αναλαμβάνει να μας μεταφέρει στις εμπόλεμες ζώνες όπου εκείνη βρέθηκε στα τελευταία έντεκα χρόνια της ριψοκίνδυνης πορείας της, αρχής γενομένης από το 2001 και τη Σρι Λάνκα μέχρι το Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη Λιβύη και τελικά τη μοιραία αποστολή στο Χομς της Συρίας, όπου και τραυματίστηκε θανάσιμα τον Φεβρουάριο του 2012.

Μέσα από το οδοιπορικό της διακεκριμένης Αμερικανίδας ανταποκρίτριας των Sunday Times, «Ο Δικός της Πόλεμος» μιλά την αξία της αλήθειας και της πραγματικής δημοσιογραφίας, ζυγίζοντας τον υποκειμενικό χαρακτήρα του τιμήματός τους μέσα από μια βιογραφικής λογικής καταγραφή που συγγενεύει με το είδος της δραματικής περιπέτειας. Με ευέλικτη κάμερα και «βρώμικη» φωτογραφία που θυμίζει κάτι από το καταιγιστικά ρεαλιστικό «Μαύρο Γεράκι: Η Κατάρριψη» και η οποία φέρει την υπογραφή του Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον (κατόχου τριών Όσκαρ για τα «JFK», «Aviator» και «Hugo»), το φιλμ του Χάινεμαν αποτελεί ένα υμνητικό για τον ιδεαλισμό της Κόλβιν πορτρέτο που σκοπό έχει να μας θέσει απέναντι σε αυτό με το οποίο σύμφωνα με την ίδια έρχεται αντιμέτωπος κάθε πολεμικός ανταποκριτής στο πεδίο: ένα τραχύ προσχέδιο της Ιστορίας.

H ταινία του Χάινεμαν βρίσκει καλύτερες πιθανότητες να τρυπήσει βαθύτερα στο θυμικό του θεατή για όσο επενδύει στην υποκειμενική ματιά της Μαρί Κόλβιν και τον αντίκτυπο που είχε σε εκείνη η παρατεταμένη έκθεσή της στην ανθρώπινη τραγωδία.

Ως προς αυτό τουλάχιστον, η παρουσία της Πάικ αποτελεί εχέγγυο. Από τη μία η τραχύτητα που αποκτά η εύπλαστη φιγούρα της (εξαιρετικό να πούμε εδώ το μακιγιάζ που λειτουργεί πάνω της «τόσο-όσο») και από την άλλη η απολύτως δοτική και γεμάτη σωματική ενέργεια ερμηνεία της, θέτουν τα κατάλληλα θεμέλια για να στηθεί πάνω της ένα φιλμ γρήγορων στροφών, «φιλικό» προς το ευρύ κοινό και αρκούντως αβανταδόρικο και διαχρονικό από άποψη θεματολογίας προκειμένου να διεκδικήσει κάποιο από τα ετήσια μεγάλα βραβεία (βλ. την υποψηφιότητα της Πάικ για Χρυσή Σφαίρα).

Μιλώντας με όρους παραγωγής και σε επίπεδο τεχνικής αρτιότητας, δεν υπάρχει κάτι για το οποίο μπορεί κανείς να παραπονεθεί βλέποντας τον «Δικό της Πόλεμο». Το φιλμ «δουλεύει», σε βάζει στο κλίμα με σκηνές που αναπαριστούν την αμεσότητα μιας κάμερας που θα βουτούσε στα χαλάσματα ενός πραγματικού πεδίου μάχης, ενώ παράλληλα δίνει την απαιτούμενη έμφαση στη σχέση της Κόλβιν με κομβικούς για την πορεία της ανθρώπους όπως τον αρχισυντάκτη της Σον Ράιαν (Τομ Χολάντερ) ή τον Πολ Κονρόι (Τζέιμι Ντόρναν), τον νεαρό φωτογράφο πλάι στον οποίο κάλυψε τις τελευταίες αποστολές της.

Στον αντίποδα βέβαια, η ταινία του Χάινεμαν βρίσκει - παραδόξως - καλύτερες πιθανότητες να τρυπήσει βαθύτερα στο θυμικό του θεατή για όσο επενδύει στη λογική του λεγόμενου less is more, όποτε αποφασίζει δηλαδή να δείξει λιγότερα από το θανατικό του πεδίου της μάχης προκειμένου να το φωτίσει έμμεσα, επενδύοντας στην υποκειμενική ματιά της Μαρί Κόλβιν και τον αντίκτυπο που είχε σε εκείνη η παρατεταμένη έκθεσή της στην ανθρώπινη τραγωδία. Άλλωστε, τόσο ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της δουλειάς της που ως πρότυπο είχε τη διάσημη πολεμική ανταποκρίτρια Μάρθα Γκέλχορν, όσο κυρίως η φιλοσοφία της που συνοψιζόταν στη φράση «βλέπω όσα βλέπω ώστε να μη χρειαστεί να τα δείτε εσείς», αποτελούν έναν δρόμο που το φιλμ εν τέλει δεν ακολουθεί πιστά, ξεστρατίζοντας αρκετές φορές προς τη λογική της αντανακλαστικής συγκίνησης με σκηνές σκληρές, τέτοιες που ο πόλεμος και ιδίως η εστίαση στις «παράπλευρες» απώλειές του προσφέρουν απλόχερα.

Όμως τελικά, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συζήτησης περί αλήθειας - εκείνης της χαλκευμένης που ηγέτες-δυνάστες όπως ο Άσαντ πρεσβεύουν, αυτής που άνθρωποι όπως η Κόλβιν αποκαλύπτουν με κάθε κόστος αλλά και εκείνης της φύσει και θέσει υποκειμενικής που προσφέρει ένα μέσο όπως το σινεμά - αξίζει να αναρωτηθούμε το εξής: πόσο πιο άμεσο και εν τέλει «αληθινό» γίνεται το βλέμμα μας επί της οθόνης τη στιγμή που η Ρόζαμουντ Πάικ τολμά τελικά να αντικρίσει στον καθρέφτη το κατεστραμμένο αριστερό μάτι της που έχασε στη Σρι Λάνκα, δίχως εμείς να βλέπουμε κάτι πέρα από την εμφανή ταραχή της;

Καλώς ή κακώς, μισό αιώνα μετά το «Μωρό της Ρόζμαρι», εκείνο το γεμάτο φρίκη βλέμμα της Μία Φάροου προς το παιδικό καρότσι εξακολουθεί να δίνει πειστικές απαντήσεις ως προς τη δυναμική του υποκειμενικού βλέμματος, την αληθινή δύναμη του σινεμά, αλλά και - εν προκειμένω τώρα - ως προς το πού ακριβώς χωλαίνουν ταινίες σαν κι αυτή του Χάινεμαν. Μία ταινία δηλαδή που ενώ έχει «στο πιάτο», ρητά εκπεφρασμένη την θεώρηση που η Κόλβιν πρέσβευε μέσα από το «βλέπω εγώ για να μη χρειαστεί να τα δείτε εσείς», απομακρύνεται από το βλέμμα της ανταποκρίτριας μόνο και μόνο για να δείξει ντιρέκτ και επί μακρόν διαμελισμένα πτώματα και χαροκαμένες μάνες, όσα δηλαδή θα έδειχνε ένα οποιοδήποτε άλλο φιλμ που θα είχε ως γενικό θέμα τη φρίκη του πολέμου. Και κάπως έτσι χάνει την ευκαιρία να ξεφύγει από το πλαίσιο μιας τυποποιημένα καλογυρισμένης βιογραφίας και να κινηθεί προς κάτι το αληθινά αξιομνημόνευτο.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Ο Δικός της Πόλεμος
  • Ο Δικός της Πόλεμος